Σάββατο 23 Μαΐου 2020


Μάργκαρετ Άτγουντ
«Οι διαθήκες»
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Ψυχογιός

                                 

Η Μάργκαρετ Άτγουντ (Οτάβα, Καναδάς, 1939) νομίζω πως μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί όχι μόνο μία από τις πλέον επιτυχημένες, παγκόσμιας εμβέλειας, συγγραφείς, αλλά και από τις πλέον ευφάνταστες.
Η καριέρα της είναι εντυπωσιακή και περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα είδη λογοτεχνικής γραφής (μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, βιβλία για παιδιά, κόμικ, θεωρητικά κείμενα, λιμπρέτα, σενάρια)
Είναι από τις πλέον αναγνωρίσιμες συγγραφείς, την ίδια στιγμή που με μεγάλη ευκολία ξεπερνά την όποια τυποποίηση θα μπορούσε να την βοηθήσει στην εδραίωση μιας τέτοιας φήμης.
Έχει τιμηθεί με πολλά καναδικά και διεθνή βραβεία -πλέον πρόσφατο το Booker 2019 για το μυθιστόρημα της «Οι διαθήκες».
Το συγκεκριμένο αυτό έργο, αν και αυτόνομο ως προς τα γεγονότα τα οποία περιγράφει, στην ουσία  αποτελεί τη συνέχεια ενός προηγούμενου μυθιστορήματος της -το «Η ιστορία της Θεραπαινίδας»
Εκείνο το προηγούμενο έργο είχε κυκλοφορήσει  το 1985 και είναι  ίσως και το βιβλίο που την έκανε παγκόσμια γνωστή.
Δεν είναι μόνο ότι έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, είναι και ότι έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, αλλά και έχει διασκευαστεί σε επιτυχημένη σειρά για την τηλεόραση.
Στη χώρα μας είχε κυκλοφορήσει  από την Εστία το 1989 σε μετάφραση Παύλου Μάτεση, ενώ πλέον το εκδίδει ο νέος εκδότης της Άτγουντ στην Ελλάδα, ο Ψυχογιός, σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.
Αρκετά από τα μυθιστορήματα της Άτγουντ έχουν στοιχεία μιας δυστοπικής φαντασίας και θεωρώ πως  καθώς το πρώτο από αυτά ήταν το «Η ιστορία της θεραπαινίδας», ήταν και εκείνο  που στάθηκε η αφορμή η συγγραφέας να αναζητήσει κι άλλες παρόμοιου προβληματισμού εμπνεύσεις σε επόμενα έργα της.
Αλλά αν κάτι με συνέπεια υπηρετεί η Άτγουντ, αυτό είναι η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας και η πορεία προς μια αναγνώρισή της ανεξαρτησία της μέσα σε ένα αντιφεμινιστικό, σχεδόν ολοκληρωτικά φαλλοκρατικό  κόσμο.
Τόσο, λοιπόν, το «Η ιστορίας της θεραπαινίδας» του 1985, όσο και το «Οι διαθήκες» του 2019,  συνενώνουν τους κεντρικούς αυτούς άξονες κι έτσι καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα δικό τους μυθιστορηματικό σύμπαν που όμως ακουμπά και συνομιλεί με τον υπάρχοντα κόσμο μας.
Χώρος δράσης το κράτος της Δημοκρατίας της Γαλαάδ. Πρόκειται για ένα θεοκρατικό και φαλλοκρατικό καθεστώς που έχει επικρατήσει σε ένα μεγάλο μέρος των ΗΠΑ, κάπου προς τα τέλη του 21ου αιώνα και έως τα μέσα του 22ου.
Η Άτγουντ όχι μόνο δεν ασχολείται με πιθανά τεχνολογικά επιτεύγματα του μέλλοντος, αλλά αντίθετα περιγράφει τα μελλοντικά χρόνια από πλευράς τεχνολογίας ως παρόμοια με αυτά της δική μας εποχής. Οι όποιες διαφορές υπάρχουν έχουν να κάνουν με μια περιβαλλοντική μόλυνση, η οποία και στάθηκε αφορμή για την επικράτηση στις ΗΠΑ ενός αντιδημοκρατικού καθεστώτος.
Κατά την μυθιστοριογράφο, τα όποια κοινωνικά επιτεύγματα του Πολιτισμού της Δύσης -με πρώτιστα αυτά των  ατομικών ελευθεριών και της ισότητας των φύλων- υποχωρούν όταν οι άνθρωποι αισθάνονται να κινδυνεύουν από τη μόλυνση της Φύσης.
Ο φοβισμένος άνθρωπος γίνεται συντηρητικός και έτσι -σύμφωνα με αυτήν την άποψη-  η Άτγουντ διατηρεί όλη την συγγραφική  της ελευθερία για να περιγράψει τη δυστοπία  που εκφράζεται μέσα στην καθημερινότητα ενός καταπιεστικού καθεστώτος που αντιμετωπίζει τα άτομα γενικώς ως εξαρτήματα της εξουσίας και ειδικότερα τις γυναίκες ως αντικείμενα, ως βιολογικές μηχανές τεκνοποίησης και τις κρατά σε μια απόλυτη άγνοια κάθε πολιτιστικού αγαθού.
Η θεοκρατική αντίληψη παύει να προέρχεται από θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά ταυτίζεται με την ίδια την Κυβέρνηση. Στην ουσία κράτος και θρησκεία όχι απλώς συνεργάζονται αλλά ενοποιούνται σε ένα σώμα και οι προθέσεις τους στοχεύουν στην μετατροπή του πολίτη σε κοινωνικό αντικείμενο.
Η κεντρική ηρωίδα  στο δεύτερο μυθιστόρημα, είναι ένα από κεντρικά πρόσωπα και του πρώτου βιβλίου.
Η Θεία Λίντα, έρχεται από τον κόσμο πριν την επικράτηση της απολυταρχίας. Θύμα στην αρχή, επιβιώνει και ανέρχεται εντός του συστήματος ως θύτης, καθώς  αποφασίζει να υποταχτεί στις απαιτήσεις του νέου καθεστώτος και έτσι να αναρριχηθεί στο ύπατο αξίωμα που μπορούσε να φτάσει μια γυναίκα -αυτό του ελέγχου των ομοφύλων της.
Αλλά αυτή η εξέλιξή είχε βαρύ όσο και σύνθετο ηθικό τίμημα και η Λίντα, καθώς πλέον η ζωή της φτάνει στο βιολογικό της τέλος, αποφασίζει να κάνει κάθε τι δυνατόν για να καταστρέψει το καθεστώς. Η πρόθεσή της αυτή δεν εδράζεται σε ενοχές, αλλά στη διάθεσή της να εκδικηθεί τους άνδρες εκπροσώπους της εξουσίας που στην ουσία την εξανάγκασαν να ζήσει μια στερημένη όσο και ανήθικη ζωή.
Ο θηλυκός εξουσιαστής εκδικείται τον αρσενικό, υπενθυμίζοντας πως η επιστροφή προς ήθη παλαιοτέρων εποχών στο τέλος θα φτάσει έως και την μητριαρχία.
Δίπλα της δυο νέα πρόσωπα, δυο νεότερες της γυναίκες. Η μια γεννημένη και μεγαλωμένη μέσα στη θεοκρατική Γαλαάδ, η άλλη στο ελεύθερο γειτονικό κράτος του Καναδά. Η κάθε μιας τους, αν και από διαφορετική αφετηρία ξεκινώντας, θα αναζητήσουν τους τρόπους όχι μόνο της ατομικής τους αυτονομίας, αλλά και εκείνους με τους οποίους  θα μπορέσουν να νικήσουν ολοκληρωτικά τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης.
Με αξιοπρόσεχτη μυθιστορηματική σύνθεση, η Άτγουντ συνδέει τα τρία αυτά πρόσωπα και με άψογη τεχνική τριών διακριτών μεταξύ τους πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη της έως την τελευταία σελίδα.
Αν στο «Ιστορία της θεραπαινίδας» είχαμε μια ιδιαίτερη προβολή φεμινιστικών προβληματισμών, στο «Οι διαθήκες» αυτοί οι προβληματισμοί χωρίς να εξαφανίζονται αφήνουν τον πρώτο λόγο στη δημιουργία μιας αφήγησης που αγγίζει τα όρια ενός ατομικού δράματος εκδίκησης.
Η απόφαση της Λίντα, ως εκπροσώπου μιας θηλυκής εξουσίας, να προσπαθήσει να επαναφέρει την ισορροπία στις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά και να τιμωρήσει την ύβρη της μείωσης της αξιοπρέπειας κάθε θηλυκού πλάσματος, μας φέρνει, μεν,  στο νου  μορφές παρόμοιες με αυτές μιας Μήδειας ή μιας Κλυταιμνήστρας, αλλά ασφαλώς η ηρωίδα της Άτγουντ δεν μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο, μα παραμένει μια προσωπικότητα όπου η ίντριγκα συνυπάρχει με προσωπικές ανασφάλειες.
Λογικό κάτι τέτοιο, όσο και αναμενόμενο. Η εποχή μας δεν μπορεί να εκφραστεί από σύμβολα παθών, αλλά μόνο από τα ίδια τα πάθη.
Εν κατακλείδι, έχουμε ένα ιδιαίτερα δυνατό μυθιστόρημα, με συνύπαρξη πλούσιας πλοκής και ταλαντούχας καταγραφής συναισθημάτων και δράσεων.
Ο Αύγουστος Κορτώ γνωρίζει για μια ακόμα φορά την τεχνική  να μεταφέρει στη γλώσσα μας όλη την ένταση που συναντά στα διάφορα μυθιστορήματα που μεταφράζει.

(Βιβλιοδρόμιο Νέων, 23/5/2020)

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Φίλιπ Πούλμαν - Η Τριλογία του Κόσμου και η Τριλογία του Βιβλίου της Σκόνης



Μέσα στην άγρια τούτη άβυσσο, 
μήτρα που γέννησε τη γη και θα,ναι κι ο τάφος της.
Εντός της μήτε γη, μήτε θάλασσα,
μήτε αέρας και φωτιά ξεχωριστά υπάρχουν.
Κι όλα μαζί παλεύουν και χτυπιούνται
κι έτσι θα κάνουν στους αιώνες,
παρεκτός κι ο Πλάστης ο Παντοδύναμος
αλλιώς προστάξει και με το σκοτεινό του υλικό
καινούργιους κόσμους φτιάξει.
Έτσι, λοιπόν, ο συνετός Δαίμονας
πάνω απ’ αυτή την άγρια άβυσσο στάθηκε,      
δίπλα στο χείλος του Άδη, ζυγιάζοντας
το τολμηρό ταξίδι του. 

ΤΖΟΝ ΜΙΛΤΟΝ  Χαμένος Παράδεισος, Βιβλίο 2

 ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

Ο Φίλιπ Πούλμαν ξεκινάει το πρώτο βιβλίο της Τριλογίας του Κόσμου μ’ ένα απόσπασμα από τον ‘Χαμένο Παράδεισο’ του Τζον Μίλτον.  Επηρεασμένος από αυτό το σημαντικότατο έργο είναι φανερό πως έχει δημιουργήσει τον δικό του ‘Χαμένο Παράδεισο’, όπου η γοργή δράση και το πάθος της γραφής, κόβουν την ανάσα του αναγνώστη ενώ παράλληλα του ανοίγουν απέραντους δρόμους παρασύροντας τον σε κόσμους άγνωστους, γεμάτους περιπέτειες, μύθους και φαντασία.
Γνήσια ασυνήθιστη η γραφή του που όμως ακολουθεί όλους τους κλασικούς τρόπους αφήγησης κρατώντας αμείωτο τον ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη σελίδα ως την τελευταία.  Με απίστευτα συγγραφικά τεχνάσματα περιγράφει την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο πάθος και την αλήθεια και την αποκήρυξη του σκοταδισμού.  Τόποι και καταστάσεις αναμφισβήτητα γνωστοί μας αλλάζουν θέσεις, ενώ χρονολογίες αναιρούνται.
Η πρωτότυπη τριλογία του δίνει έμφαση στην  καταπολέμηση της δογματικής πίστης, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην διερεύνηση του ρόλου των γυναικών στην κοινωνία.
Στον κόσμο του Πούλμαν κυριαρχεί μια κοσμική θρησκευτική ηγεμονία που αντιπαλεύεται την επιστημονική γνώση κι είναι ο πυρήνας που δίνει στην Τριλογία τα χαρακτηριστικά μιας συναρπαστικής περιπέτειας αλλά και ενός φιλοσοφικού δοκιμίου.  Χαρακτηριστικό και των τριών βιβλίων είναι οι απίστευτες ανατροπές, η αστείρευτη ευρηματικότητα, η έντονη πλοκή, η ανεξέλεγκτη φαντασία -άνθρωποι  συνδιαλέγονται με αρκούδες πολεμιστές όπως και με μάγισσες που πετούν πάνω σε κλαδιά από έλατο των νεφών- αλλά και οι βαθυστόχαστοι συμβολισμοί και οι συνεχείς εσωτερικές εντάσεις.
Κυρίαρχη όμως θέση και στα τρία βιβλία έχουν τα δαιμόνια που συνοδεύουν τους ανθρώπους σε όλη τη ζωή τους.  Στην σχέση ανθρώπων και δαιμονίων στηρίζεται όλο το έργο, αφού τα δαιμόνια στην ουσία είναι η προέκταση της ασυνείδητης πλευράς της προσωπικότητας μας, και ο κύριος λόγος που οι δυνάμεις του κακού προσπαθούν λυσσαλέα και με βίαιο τρόπο, να πετύχουν τον μόνιμο διαχωρισμό των παιδιών από το δαιμόνιο τους, θεωρώντας το βασική προστασία από την έκθεση τους σε κακές επιρροές αργότερα.  Ενώ, ο απώτερος σκοπός τους είναι, αποχωρίζοντας τον άνθρωπο από το ασυνείδητο τμήμα της προσωπικότητας του, να τον μετατρέψουν αυτόματα σε άβουλο όργανο στα χέρια των ισχυρών και να τον κάνουν ουσιαστικά σκλάβο τους.
Η αυταρχική ηγεσία τροφοδοτεί τους θρησκευτικούς εξτρεμιστές με μέτρα που θέλουν να κρατήσουν τους ανθρώπους και ιδιαίτερα το γυναικείο φύλο μακριά από την γνώση και να τους εγκλωβίσουν στον θρησκευτικό σκοταδισμό. 

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ

Κυρίαρχη, επίσης, και στα τρία βιβλία είναι η ύπαρξη της μυστηριώδους Σκόνης. Ο Πούλμαν θεωρεί πως η Σκόνη είναι η πρώτη ύλη από την οποία αποτελούνται οι άνθρωποι.  Οι δυνάμεις του καλού προσπαθούν να βρουν δρόμους να φτάσουν εκεί που η Σκόνη δημιουργείται, στην ουσία στον «Χαμένο Παράδεισο της Ανθρωπότητας», πετυχαίνοντας έτσι τον εξαγνισμό τους, ενώ οι δυνάμεις του κακού προσπαθούν να διαχωρίσουν τα άτομα από τα δαιμόνια τους για να ελέγξουν την Θεία Δημιουργία.  Αυτός είναι στην ουσία ο πυρήνας της τριλογίας, που ακροβατεί ανάμεσα στα όρια της συναρπαστικής περιπέτειας και του φιλοσοφικού δοκιμίου όπως ανέφερα και πιο πάνω.
Το έργο του Πούλμαν θέτει τον αναγνώστη μπροστά σε ριψοκίνδυνους προβληματισμούς όσον φορά σε ζητήματα ηθικής και φιλοσοφίας, στο δικό του σύμπαν κυρίαρχη θέση έχουν οι λέξεις και μόνο αυτές, μέσα από τις οποίες φιλοσοφεί και εικονογραφεί το έργο του.
Είναι σαφής ο προβληματισμός και η θέση του απέναντι στην διαμάχη καλού-κακού και η απόλυτη άποψη του για τον ρόλο της θρησκείας στον κόσμο.  Όπου τον ρόλο του Θεού έχει αναλάβει ο Υπέρτατος.  Οι θνητοί ζουν μέσα σε μια πλάνη πιστεύοντας πως είναι αυτός που έχει δημιουργήσει τον κόσμο και είναι ανίκανοι να δουν πως εκείνος τους έχει κοροϊδέψει.  Ανίκανοι να συνειδητοποιήσουν πως δεν είναι τίποτε άλλο από σφετεριστής του θείου, γραπωμένος στην εξουσία με τον γνωστό τρόπο κάθε σφετεριστή που με όπλο την παραπλάνηση, το ψέμα και κυρίως την βία προσπαθεί να επιβληθεί.  Οι δυνάμεις του καλού οδηγούνται μοιραία ενάντια σ’ αυτόν τον σφετεριστή του Θείου, καταφέρνοντας στο τέλος να τον εκδιώξουν και να επαναφέρουν τον αληθινό Θεό στη θέση του.   
  
   ΤΟ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΕΝΙΟ ΤΗΛΕΣΚΟΠΙΟ

Μίλα, λοιπόν, για τη μεγαλοσύνη 
εκείνου, τραγούδα τη θεία χάρη του.
Γι’ αυτόν, πάντα, που το ένδυμα του
είναι το φως και που ό,τι τον σκεπάζει
κάτι σαν ουράνιος θόλος είναι.
Τα οργισμένα του άρματα είναι αυτά
που φέρνουν τα σύννεφα των κεραυνών
και το σκοτεινό μονοπάτι που σχηματίζουν
τα βήματα του χαράζει τα φτερά της καταιγίδας.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΓΚΡΑΝΤ (1779-1838)
Από το «Ύμνοι αρχαίοι και σύγχρονοι»

Ο Πούλμαν ευαγγελίζεται την «Δημοκρατία των Ουρανών» που είναι στην ουσία η χριστιανική διδασκαλία διατυπωμένη φυσικά με τον δικό του ιδιαίτερο διαφορετικό τρόπο.   Ο Θεός του έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση του κι έστειλε Τον γιο του να σταθεί πλάι στους ανθρώπους ως άνθρωπος κι αυτός.

Είναι κάποιες λεπτεπίλεπτες σκιές
αυτές που καταφέρνουν να ξεφύγουν
από τη δυναστεία του πλάστη τους.
Η νύχτα μοιάζει τόσο κρύα και
τόσο εύθραυστη έτσι όπως τη γεμίζουν οι άγγελοι
που πασπαλίζουν αχνά κάθε τι που αναπνέει.
Και τα εργοστάσια καταυγάζονται από το φως.
Ο ήχος της καμπάνας φτάνει μέχρι τα ουράνια.
Επιτέλους συναντηθήκαμε, κι ας παραμένουμε    
μακριά ο ένας από τον άλλον.

ΤΖΟΝ ΑΣΜΠΕΡΙ                                     
Από τον «Εκκλησιαστή»             

Είναι σαφές πως αυτήν την άποψη της θεϊκής υπόστασης υποστηρίζει και στα τρία βιβλία της Τριλογίας του,  όσο πιο αμφιλεγόμενη και ανατρεπτική μπορεί να φαντάζει στον αναγνώστη του.   Στο τρίτο βιβλίο της σειράς παρακολουθούμε μια τελική επική μάχη για την κυριαρχία της ίδιας της μετά θάνατον ζωής.

Ο Φίλπ Πούλμαν ολοκληρώνοντας την τριλογία του στέκεται επάξια πλάι σε παρόμοια κλασσικά κείμενα που θεωρήθηκαν σταθμός στην σύγχρονη λογοτεχνία.

Ωστόσο, είκοσι χρόνια μετά έρχεται πλησίστιος για να μας ξαφνιάσει και πάλι με «Το Βιβλίο της Σκόνης: La Belle Sauvage, το πρώτο βιβλίο της καινούργιας τριλογίας του η οποία εστιάζει περισσότερο από ποτέ στην δογματική μορφή πίστης, αλλά και στην προστασία του περιβάλλοντος και στον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία.

 ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΚΟΝΗΣ 1 - LA BELLE SAUVAGE

Στο πρώτο βιβλίο της νέας τριλογίας, «Το Βιβλίο της Σκόνης: La Belle Sauvage» διαπιστώνουμε πως κυριαρχούν κι εδώ οι πολλαπλοί κόσμοι, η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, οι θρησκευτικές εντάσεις απέναντι στην επιστήμη, οι εξωπραγματικές περιπέτειες των ηρώων που αποκτούν υπερφυσικές ιδιότητες, αλλά και θέματα όπως η διερεύνηση της Θεωρίας της Κβαντικής φυσικής, του φαινομένου της Σκόνης και της συσχέτισης της με το πεδίο Ρουσακόφ μέσω ενός σχετικού σωματιδίου, των μαγνητικών πεδίων, της ανθρώπινης ενσυναίσθησης.  Κυρίαρχη, ωστόσο, κι εδώ είναι η ύπαρξη του αληθειόμετρου με το βαθύ φάσμα των εννοιών των συμβόλων του.  Η γνωστή μας από την πρώτη τριλογία ανβαρική ενέργεια ενεργοποιεί κι εδώ τα μηχανήματα τους και η ακαδημαϊκή κοινότητα διερευνά την πειραματική θεολογία. 
Και φυσικά και σ’ αυτόν τον κόσμο η παρουσία των δαιμονίων στις ζωές των ανθρώπων είναι καταλυτική, γιατί όπως έχω προαναφέρει, κατά τον Πούλμαν είναι η ζωική μορφή της ψυχής μας, η οποία υφίσταται συχνές μεταμορφώσεις σ’ όλη την περίοδο που διανύουμε την παιδική ηλικία, αλλά σταθεροποιείται και συγκεκριμενοποιείται σ’ ένα ζώο κατά την εφηβεία, γι’ αυτό και οι δυνάμεις του κακού επικεντρώνονται στο διαχωρισμό των ατόμων από τα δαιμόνια τους πριν αυτά προλάβουν να σταθεροποιηθούν.
Συναντάμε ξανά την Λύρα, την βασική ηρωίδα της πρώτης τριλογίας, σύμβολο του ανοιχτού πνεύματος και του ορθολογισμού, που αναζητά την απαγορευμένη γνώση με την βοήθεια του «αληθειόμετρου», ενός οργάνου που στα χέρια έξυπνων  ανθρώπων μπορεί να δώσει απαντήσεις σε πολύπλοκα αλλά και άλυτα προβλήματα.  Στο πρώτο βιβλίο της δεύτερης τριλογίας, η Λύρα μωρό ακόμη, γίνεται το λάφυρο ανάμεσα στο κακό που εκπροσωπεί η αυταρχική και ανάλγητη επίσημη εκκλησία, αυτή που στρέφει και φανατίζει ακόμη και παιδιά ενάντια στους γονείς και τους δασκάλους τους, μέσω μιας οργάνωσης προσανατολισμένης στην νεολαία των σχολείων, που ονομάζεται «Ένωση του Αγίου Αλεξάνδρου» (εδώ είναι σαφής ο υπαινιγμός του συγγραφέα για την «Ναζιστική Νεολαία»)  και το καλό που εκπροσωπείται από εκείνους που αντιμάχονται την παραπλάνηση και θέλουν να επαναφέρουν την Πίστη σ’ αυτό που θα έπρεπε να είναι. 
Ωστόσο, ο βασικός ήρωας στο πρώτο βιβλίο της νέας τριλογίας ο Μάλκολμ Πόλστεντ, ένα ιδιαίτερα προικισμένο παιδί με ροπή προς την μόρφωση μέσω των βιβλίων, θα εμπλακεί άθελα του στον κόσμο των δυο αντιμαχόμενων ομάδων.  Από την μια θα είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίσει τους απειλητικούς θεοκρατικούς πράκτορες του Συνοδικού Πειθαρχικού Δικαστηρίου, υποκατάστατου της παγκόσμιας ολοκληρωτικής θεοκρατίας, γνωστού ως Magisterium, ενός οργανισμού της εκκλησίας με ελλειπτική πίστη και ανάμιξη σε διάφορες αιρέσεις, που επιβάλει καταπιεστικό έλεγχο στην κοινωνία, καταδικάζοντας όσες ιδέες θεωρεί πως την αντιπαλεύονται και προκαλεί αρρωστημένο τρόμο στον κόσμο, και από την άλλη να ενταχθεί στο κίνημα αντίστασης, γνωστό με το παραπλανητικό όνομα Όκλεϊ Στριτ, που μάχεται για την ατομική ελευθερία του ατόμου και κυρίως των παιδιών, για το δικαίωμα τους να παραμένουν αχειραγώγητα κατά την παιδική τους ηλικία από όσους ενήλικες επιδιώκουν την ιδεολογική τους σύγχυση.
Οι μαγικές αλληγορίες σε όλο το βιβλίο είναι καταιγιστικές.  Όπως η εξωπραγματική πλημμύρα που πρωταγωνιστεί σε κάθε κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου και αλλάζει τα πάντα στο πέρασμα της. Ο Πούλμαν σαφέστατα χρησιμοποιεί την κατακλυσμική πλημμύρα υπονοώντας την άνοδο του φασισμού των ισχυρών, που αυξάνεται και εξαπλώνεται πια αυταρχικά σ’ ολόκληρο τον κόσμο μέσα και από πολιτικές δυνάμεις, με καταστροφικές συνέπειες και μεθόδους που προσομοιάζουν μ’ εκείνες της Στάζι ή της Γκεστάπο. Είναι, λοιπόν, αυτήν την πλημμύρα που θα πρέπει να αντιπαλέψει ο Μάλκολμ, το ήρεμο αγόρι που μεταμορφώνεται σταδιακά σ’ έναν πραγματικό ήρωα  πρόθυμο να δράσει και με υπεράνθρωπες προσπάθειες να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί, να προστατέψει την Λύρα από αυτούς που την επιβουλεύονται και να την παραδώσει ασφαλή στον πατέρα της.
Στο εξωπραγματικό ταξίδι του, διασχίζοντας και αντιπαλεύοντας την πλημμύρα, θα έρθει αντιμέτωπος με αρχαία μυθικά πλάσματα, κακές νεράιδες κι ακόμη και τον ίδιο τον Αρχαίο Πατέρα Τάμεση.  Αλλά και τους αμείλικτους διώκτες του, του Συνοδικού Πειθαρχικού Δικαστηρίου, που θέλουν να αρπάξουν την Λύρα πριν αυτή προλάβει να βρεθεί στην ασφάλεια της αγκαλιάς του πατέρα της.  Ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα όσα απίστευτα συμβαίνουν σ’ αυτό το ταξίδι προς την ελευθερία και την γνώση.

Όπως στην πρώτη τριλογία ο Πούλμαν επηρεάστηκε από τον Μίλτον και τον «Χαμένο Παράδεισο του» στην νέα τριλογία είναι φανερή η επιρροή του από το «The Faerie Queene,» του Edmund Spenser.  Με ένα απόσπασμα της κλείνει ο Πούλμαν τον πρώτο τόμο «Του Βιβλίου της Σκόνης: La Belle Sauvage».
  
Μαζέψτε τώρα τα πανιά σας, σύντροφοι μου στο ταξίδι αυτό
Γιατί φτάνουμε σε ήρεμο αραξοβόλι,
Όπου πρέπει να αφήσουμε κάποιους από τους επιβάτες μας
Και να αλαφρύνουμε αυτό του κουρασμένο σκαρί από το πολύτιμο φορτίο του.
Κι εδώ για λίγο να βρει καταφύγιο,
Μέχρι να μπορεί και πάλι να σαλπάρει
Με ασφάλεια και με γεμάτα τα αμπάρια του
Για το μακρύ ταξίδι που είναι ταγμένο*
Καλοτάξιδο να είναι και είθε να εκπληρώσει τον σκοπό του.

 ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΚΟΝΗΣ 2 - Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑ

Και το μακρύ και μαγικό ταξίδι συνεχίζεται με γεμάτα τα αμπάρια του, να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο είναι ταγμένο, φορτωμένο με τις λέξεις από το “The Faerie Queene”,  του Edmund Spenser με το οποίο τελειώνει ο πρώτος τόμος του Βιβλίου της Σκόνης.
Όμως πόσο ασφαλές και καλοτάξιδο θα είναι το καινούργιο ταξίδι του κουρασμένου πια καραβιού με το πολύτιμο φορτίο, στους άγνωστους κι ασυνήθιστους κόσμους που θα βρεθούν οι αγαπημένοι μας ήρωες διασχίζοντας την Ευρώπη και την Ασία, ως το ιδεατό τέρμα-προορισμό, την στοιχειωμένη πόλη των δαιμονίων, τη νεκρή πόλη της ερήμου όπου το μυστήριο της Σκόνης περιμένει αυτήν που είναι ταγμένη να φέρει στο φως την αλήθεια της;  
‘Η Μυστική Κοινοπολιτεία,’ θα μας αποκαλύψει όλα τα μυστικά της όταν το ταξίδι θα έχει συντελεστεί και ο προορισμός της θα έχει πια επιτευχθεί.      

(Όλα τα βιβλία αυτής της σειράς είχα την τύχη να τα μεταφράσω και να μεταφέρω τα οράματα του Φίλιπ Πούλμαν στη δική μας γλώσσα - Κ.Κ.)                              

Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Το σύνδρομο του πολέμου




Πόλεμος παντού, στα γήπεδα, στους δρόμους, στις ενοχλητικές χώρες. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου της αρχαιότητας, θα πρέπει να τρίβει ευχαριστημένος τα χέρια του. Οι οπαδοί του έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, και ο φανατισμός τους έχει φτάσει στα ύψη. Οι απανταχού ειρηνιστές έχουν καταντήσει αποδιοπομπαίοι τράγοι, διώκονται, χλευάζονται και αποχαιρετούν αυτόν τον μάταιο κόσμο συνήθως κάτω από τις ερπύστριες φονικών τανκς, όπως εκείνη η νεαρή Αμερικανίδα ακτιβίστρια που έχασε παλιότερα την ζωή της, για να υπερασπιστεί το δικαίωμα των Παλαιστινίων για μια δικιά τους πατρίδα, όπου θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι, να αποφασίζουν εκείνοι για τις τύχες τους και να έχουν εντέλει έναν αξιοπρεπή θάνατο. Η θυσία της μας θύμισε εκείνους τους άλλους νέους που με το κορμί τους μόνο όπλο προσπάθησαν τότε να σταματήσουν τ’ άρματα μάχης, στην πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου, τα δικά μας παιδιά εδώ στο Πολυτεχνείο, τον εκπληκτικό Μάη του 68 στο Παρίσι.

Όλα αυτά ίσως σήμερα να φαντάζουν αδιάφορα και παρωχημένα, οι ενδυματολογικές προτάσεις της εποχής, δεν περιλαμβάνουν κλαδιά ελιάς και λευκά περιστέρια, οι επιταγές της μόδας έχουν ξαναγυρίσει στο στυλ μιλιταίρ, τα συνοδευτικά αξεσουάρ πολλά και εντυπωσιακά, βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου, έξυπνες βόμβες, έξυπνα όπλα, μα και στα αρώματα δεν υστερούνε, τα χημικά αέρια έρχονται πρώτα στις προτιμήσεις, οι ειδικοί επιμένουν πως θα φορεθούν πολύ εφέτος, και ο μαιτρ των μαιτρ της παγκόσμιας μόδας πολέμου, διαβεβαιώνει ακόμη και τους πιο δύσπιστους και αναποφάσιστους πως τα δικά του συνολάκια είναι αυτά που θα φορεθούν περισσότερο. Ισχυρίζεται πως το στυλ Gothic είναι αυτό που θα υπερισχύσει όλων των άλλων στυλ και χρωμάτων, γιατί το μαύρο των καμένων κτιρίων, το γκρι του γεμάτου καπνούς ουρανού, το καφέ των απανθρακωμένων πτωμάτων και το κόκκινο του αίματος που ρέει άφθονο είναι αυτά που ταιριάζουν στη φετινή Συριακή-Παλαιστινιακή επίδειξη μόδας του.
 
Γεμάτος έγνοια ο μαιτρ-πλανητάρχης δεν αφήνει απέξω από τις ενδυματολογικές προτάσεις του τα παιδικά ρούχα, λανσάρει μια μόδα που απαιτεί αποστεωμένα σώματα, και προτείνει κουκούλες για να μην φαίνονται τα παραμορφωτικά εξογκώματα που έχουν προκαλέσει τα πολύτιμα αξεσουάρ του. Τα τεράστια μάτια των αθώων παιδιών εκφράζουν με τον πιο απόλυτο τρόπο τον τρόμο τους, για τις ενδυματολογικές προτάσεις του μαιτρ-πλανητάρχη.

Γι’ αυτό ο πόλεμος των γηπέδων, παρόλο που αναλογικά δεν υστερεί σε ένταση μ’ εκείνον της Συρίας, κρίνεται ως απλό πλημμέλημα και οι δράστες αφήνονται την επαύριον ελεύθεροι. Τα κακουργήματα άλλους αφορούν, και οι ποινές που θα επιβληθούν δεν θα αναγνωρίσουν κανένα ελαφρυντικό στους ενόχους.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Ο ενοχλητικός Καρυοθραύστης…


                     
Από τον  καιρό που το metro μπήκε στη ζωή μας οι μετακινήσεις μας έγιναν πιο γρήγορες, πιο εύκολες και η χρήση των ταξί από το επιβατικό κοινό μειώθηκε σημαντικά.  Είμαι ανάμεσα σ’ αυτούς που χρησιμοποιούν συχνά το metro χωρίς, ωστόσο, να έχω αποκλείσει εντελώς από τη ζωή μου τα ταξί.  Οφείλω, ωστόσο, να ομολογήσω πως δεν υπήρξε ποτέ από τα αγαπημένα μου μέσα μεταφοράς.  Η ανάγκη συνύπαρξης με κάποιον άγνωστο σε χώρο περιορισμένο μου δημιουργούσε πάντα την αίσθηση πως θα έπρεπε να κρατώ κάποιους συγκεκριμένους κανόνες καλής συμπεριφοράς στους οποίους συχνά οι οδηγοί των ταξί δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ανταποκριθούν.
   Η ζωή, ωστόσο, είναι γεμάτη εκπλήξεις από εκεί που δεν τις περιμένεις.  Δεν πάνε πολλές μέρες που σταμάτησα ένα ταξί ζητώντας από τον οδηγό του να με μεταφέρει κάπου στο κέντρο της πόλης.  Ήταν ένα παλιό, κακοπαθημένο αυτοκίνητο, που σίγουρα είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες στο παρελθόν, από αυτά που οι ιδιοκτήτες τους προγραμματίζουν ήδη την απόσυρση τους.  Ο οδηγός του ένας, εκ πρώτης όψεως,  συμπαθητικός νεαρός άντρας.
   Μόλις βρέθηκα καθισμένη στα άβολα καθίσματα του αυτοκινήτου, ένιωσα κάτι περίεργο να συμβαίνει γύρω μου.  Ξαφνικά ο θόρυβος και το άγχος των μπλοκαρισμένων δρόμων εξαφανίστηκε.  Την θέση τους είχε πάρει μια τρυφερή αίσθηση γαλήνης που τη δημιουργούσαν οι ήχοι… από τις Σπουδές του Σοπέν.
   Για φαντάσου, ο νεαρός οδηγός του ταξί ακούει Γ’ Πρόγραμμα-σκέφτηκα και ομολογώ πως έμεινα κατάπληκτη.  Μα δε βιάστηκα να βγάλω οριστικά συμπεράσματα.  Το πιθανότερο εντελώς τυχαία η βελόνα του ραδιοφώνου να είχε σταθεί στη συχνότητα του Τρίτου.  Και γιατί άλλωστε να μην ήταν κάπως έτσι-μια τυχαία επιλογή, όπου σε λίγο θα έδινε τη θέση της σε κάποιον άλλο σταθμό, ιδιωτικό αυτή τη φορά που θα μετέδιδε ανακυκλωμένες ειδήσεις ανά μισή ώρα, τραγούδια μιας φτηνής επικαιρότητας και σχολιασμούς που μένουν στην επιφάνεια των γεγονότων, αν δεν ισοπεδώνουν το όποιο απόθεμα πολιτικής σκέψης μπορεί να διαθέτει κάποιος στη σημερινή εποχή μας. 
   Παρέμεινα στη μαγεία του Σοπέν για λίγα ακόμη λεπτά ώσπου μια κίνηση των χεριών του οδηγού έφερε στην καμπίνα του αυτοκινήτου αυτό ακριβώς που φοβόμουνα-το άγχος της πόλης και τη χυδαιότητα της.  Ο Σοπέν αντικαταστάθηκε από τη φωνή κάποιου δημοσιογράφου και οι ήχοι του πιάνου από την περιγραφή του κυκλοφοριακού χάους της πρωτεύουσας.  Η γαλήνη σχιζόταν σε μικρά κομματάκια.  Αλλά τα χέρια του οδηγού κρατούσαν ένα CD (άρα δεν άκουγε το Τρίτο) σκέφτηκα, μα τώρα η μουσική από τον Καρυοθραύστη του Τσαϊκόφσκι ένωνε γλυκά ότι πριν δευτερόλεπτα είχε τεμαχιστεί.
   Ήταν κάτι απίστευτο αυτό που συνέβαινε.  Έκπληκτη για μια ακόμα φορά, έσπευσα ενθουσιασμένη να εκφράσω τον θαυμασμό μου.  «Συγχαρητήρια για τη μουσική που ακούτε!» είπα στον οδηγό καθώς τον πλήρωνα-είχα φτάσει πια στον προορισμό μου.
   Γύρισε και με κοίταξε δειλά μ’ ένα βλέμμα που δεν μπορούσε να κρύψει μια κάποια ενοχή.  «Σας άρεσε…  Ξέρετε φοβόμουν μήπως είχατε δυσαρεστηθεί… Δεν θα με πιστέψετε αλλά οι περισσότεροι πελάτες μου θυμώνουν με τη μουσική που ακούω…»
    Η μπόχα του δρόμου γέμισε τα ρουθούνια μου.  Την ακοή μου σμπαράλιασαν τα φρεναρίσματα…  Ο Καρυοθραύστης είχε γίνει πια παρελθόν.
 Παρόν- μήπως και μέλλον;-οι άνθρωποι που τους ενοχλούν οι ήχοι του Σοπέν και του Τσαϊκόφσκι…

Πόσοι κούκοι φέρνουν την άνοιξη;



Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, λέει ο λαός, κι εγώ αναρωτιέμαι πόσοι κούκοι τελικά φέρνουν την άνοιξη, σε μια γη που αργοπεθαίνει, σε έναν κόσμο που είναι ανίκανος να δει την καταστροφή που ο ίδιος προξενεί στο περιβάλλον του, στα κράτη εκείνα που αρνούνται πεισματικά να υπογράψουν τα ψηφίσματα προστασίας του περιβάλλοντος χωρίς ίχνος έγνοιας για τις ολέθριες συνέπειες τέτοιων πρακτικών.
Στο πολύ κοντινό μας μέλλον δεν θα αναρωτιόμαστε πια για τον αριθμό των κούκων που μπορούν να φέρουν την άνοιξη, γιατί άνοιξη πια δεν θα υπάρχει ούτε και φθινόπωρο, οι παγωνιές του χειμώνα θα διαδέχονται τους καύσωνες του καλοκαιριού, σε μια βασανιστική εναλλαγή που δεν θα μπορεί πια να προσφέρει τη χαρά της αναγέννησης της φύσης, τη συνέχεια του κύκλου της ζωής.
Αυτά τα άκρως μελαγχολικά σκεφτόμουν καθώς έμπαινα όλο και πιο βαθιά στο δάσος σε μια από τις κορφές του Πηλίου. Ευλογημένος τόπος, ευλογημένο βουνό, ευλογημένη φύση. Εκεί ακόμη κελαηδούν τα πουλιά, κελαρύζουν τα νερά και η φύση γιορτάζει αέναα μέσα σε ένα όργιο εναλλαγής χρωμάτων που όμοια τους κανείς ανθρώπινος νους δεν μπόρεσε ποτέ να αντιγράψει.
Και τότε τον άκουσα, μια μοναχική ελπιδοφόρα φωνή μέσα στο δάσος, εκείνον τον κούκο που δεν μπορεί μόνος του να φέρει την άνοιξη. Και έμεινα ακίνητη για να μην τον τρομάξω, για να συνεχίσει να καλωσορίζει έστω και μόνος του κάτι που ίσως και να μην υπάρχει αύριο. Εκεί σ’ αυτό το δάσος η δύναμη της φύσης βγήκε νικήτρια στη μάχη της μ’ εκείνους που την επιβουλεύονται, μ’ εκείνους που την πληγώνουν καθημερινά με μπούσουλα μια κακώς εννοούμενη ανάπτυξη. Οι ανεξέλεγκτες οικοπεδοποιήσεις, τα παραδομένα από ανθρώπινοι χέρι στη φωτιά δάση, τα απόβλητα των πάσης φύσεως εργοστασίων, οι τσιμινιέρες που ξερνούν το θάνατο, οι μολυσμένες τροφές και ένα σωρό άλλα ακόμη που μας κλέβουν την πραγματική ομορφιά της φύσης, της ζωής.
Στη φύση ακόμη και τα αγρίμια αντιδρούν φιλικά στους ανθρώπους κι εκείνοι χαίρονται το συναπάντημα μαζί τους. Οι άνθρωποι της πόλης, εθισμένοι στα καυσαέρια, στους εκκωφαντικούς θορύβους, στο μόνιμο άγχος, στο κυνήγι του χρόνου, στους νόμους της υπερκατανάλωσης, έχουμε ξεχάσει από καιρό πως αλλού είναι η πραγματική ζωή. Ένας περίπατος ακόμη και στην πιο κοντινή εξοχή είναι αρκετός για να μας το θυμίσει. Και ίσως να μας πείσει πως μπορεί να μην είναι ακόμη αργά να σώσουμε το περιβάλλον μας και γιατί όχι και τις ζωές μας.
Γι’ αυτό ας μην αναρωτιόμαστε αν ένας κούκος ή περισσότεροι μπορούν να φέρουν την άνοιξη. Και μόνο που υπάρχουν ακόμη ίσως να είναι ένα μήνυμα ελπίδας για όλους μας.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Περπατώ και σκοντάφτω στα πεζοδρόμια της Αθήνας


                     Περπατώ και σκοντάφτω
                   στα πεζοδρόμια της Αθήνας




Το ότι η διάβαση των πεζοδρομίων, κυρίως στο κέντρο της πόλης, έχει καταντήσει καθημερινός Γολγοθάς για όλους μας, ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει.  Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν να διηγηθούν ιστορίες με σπασίματα χεριών, ποδιών και πάει λέγοντας.  Ακόμη και στις λεγόμενες αριστοκρατικές συνοικίες η κατάσταση δεν είναι καλύτερη, οι σπασμένες πλάκες είναι περισσότερες από τις γερές και ο πεζός θα πρέπει να περπατάει με σκυφτό πάντα το κεφάλι μπας και με αυτόν τον τρόπο σταθεί τυχερός και αποφύγει τα επείγοντας κάποιου νοσοκομείου.  Αλλά και στους δυο βασικούς οδικούς άξονες δηλαδή την Σταδίου και την Πανεπιστημίου με την περίφημη κόκκινη πλακόστρωση, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού οι περισσότερες πλάκες έχουν χαλαρώσει και πηγαίνουν πέρα δώθε όσο ελαφρά και να τις πατήσει κανείς, και να μην αναφέρουμε βέβαια κι αυτές που έχουν σπάσει και το άθλιο θέαμα που παρουσιάζουν.
Αλλά και οι δρόμοι μας δεν πάνε πίσω, γεμάτοι μπαλώματα από τσόντες ασφάλτου ή και κρυφές λακκούβες, είναι μεγάλη δοκιμασία για πεζούς και οδηγούς.  Επειδή πιστεύουμε πως οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια είναι βασικό μέρος της εικόνας μιας μεγαλούπολης, θεωρούμε πως η άμεση επισκευή τους θα πρέπει να μπει στις προτεραιότητες εκείνων που είναι υπεύθυνοι για την σωστή και πολιτισμένη εικόνα που θα πρέπει να παρουσιάζει η πόλη μας, όχι μόνον σε μας τους δύσμοιρους κατοίκους της αλλά και στους ξένους επισκέπτες μας.
Και σαν να μην έφτανε αυτή η άθλια εικόνα πεζοδρομίων και δρόμων έχουμε και τους σύγχρονους νεοέλληνες να παρκάρουν με την άνεση τους πάνω στ’ ανύπαρκτα πλέον για τους πεζούς πεζοδρόμια τα αυτοκίνητα τους, και μάλιστα κεντρικές αρτηρίες να έχουν μετατραπεί σε ελεύθερο parking, ώστε οι πεζοί να κινδυνεύουν συνέχεια από τα διερχόμενα αυτοκίνητα αφού εξαναγκάζονται να κατεβαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι στο δρόμο για να συνεχίσουν την πορεία τους σε πολυσύχναστες λεωφόρους με τα αυτοκίνητα να τους απειλούν κάθε στιγμή και με το αγωνιώδες ερώτημα, αν θα προλάβουν να ανεβούν ξανά στο πεζοδρόμιο ή θα τους προλάβει στην προσπάθεια κάποιο αυτοκίνητο.
Η κυκλοφοριακή αγωγή θα πρέπει να ξεκινάει στα σχολεία ως κύριο μάθημα, και μάλιστα από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, μόνο με αυτόν τον τρόπο θα φτιάξουμε αυριανούς συνειδητοποιημένους πολίτες που θα σέβονται εαυτούς και αλλήλους και βέβαια την πόλη στην οποία ζουν και κυκλοφορούν.  Θέλουμε να καμαρώνουμε και όχι να ντρεπόμαστε γι’ αυτήν την πόλη.   Να περπατάμε στα πεζοδρόμια με το κεφάλι ψηλά και όχι σκυφτοί σαν σκλάβοι της αρχαιότητας ή σαν πένητες που ψάχνουν για κάποια παραπεταμένη δεκάρα.  
Θέλουμε να είμαστε όχι μόνο στα χαρτιά αλλά και στην ουσία ευρωπαίοι πολίτες που δεν θα έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τους ευρωπαίους εταίρους μας.                 
       

Κάποιος, κάποτε θα πρέπει να τους μιλήσει…

Κάποιος, κάποτε θα πρέπει να τους μιλήσει…


Αναρωτιέμαι αν το φαινόμενο των graffiti είναι τελικά καλλιτεχνική έκφραση ή σύμπτωμα μιας παρακμιακής κοινωνίας. Δύσκολο να καταλήξει κανείς σε ασφαλές συμπέρασμα, γιατί υπάρχουν όντως graffiti που μπορούν να θεωρηθούν καλλιτεχνικές εκφράσεις αφού δίνουν χρώμα σε γκρίζους τοίχους και μισογκρεμισμένες μάντρες, εκεί το σπρέι δεν μουτζουρώνει, δεν ασχημονεί με κακόγουστα συνθήματα ή τετριμμένα τσιτάτα, αντίθετα ομορφαίνει την ούτως ή άλλως άσχημη στο μεγαλύτερο μέρος της πόλη μας.
Σ’ αυτά τα graffiti πιστεύω πως κανείς μας δεν θα έχει αντίρρηση. Όμως υπάρχουν και κάποια άλλα, θα προτιμούσα να μην ονομάσω graffiti τις διάφορες ανοησίες που ασχημίζουν τους τοίχους ακόμη και φρεσκοβαμμένων νεοκλασικών. Τα κοινότυπα άνευ ουσιαστικού περιεχομένου συνθήματα τους, τις περισσότερες φορές μάλλον δυσνόητα ακόμη και για τους κατέχοντες, μου θυμίζουν τα σκυλιά που θέλοντας να οριοθετήσουν την περιοχή τους, φροντίζουν από στύλο σε στύλο να αφήσουν τα μυρωδάτα ίχνη τους για να προειδοποιήσουν κάθε πιθανό εισβολέα, πως είναι εκείνοι κύριοι και αφέντες του χώρου δράσης τους.
Κάποιος, κάποτε θα πρέπει να τους μιλήσει, να τους πει πως ουδόλως μας ενδιαφέρουν οι αερολογίες τους, πως τα μάτια μας κουράστηκαν από την ασκήμια, πως προτιμάμε το ωραίο από το άσχημο που εκείνοι μας επιβάλουν. Πως η καταστροφική διάθεση τους δεν συνάδει ούτε με το νεαρό της ηλικίας τους και πως η ξένη ιδιοκτησία παραμένει ξένη και λαβωμένη και μετά την επέλαση τους.
Όμως δεν θα είχε ίσως λόγο ύπαρξης το σημερινό σημείωμα μου, αν…αν τα πράγματα δεν είχαν ξεφύγει πια σε σημείο επικίνδυνο για την ασφάλεια ή την ενημέρωση μας. Και για να γίνω περισσότερο σαφής. Αφού λέρωσαν όσους τοίχους νεοκλασικών είχαν μείνει ανέγγιχτοι από την μανία τους, έβαλαν τώρα χέρι και στις πινακίδες των δρόμων, με απίστευτη βαρβαρότητα και προκλητικότητα οι πάσης φύσεως ανεγκέφαλοι, γιατί περί αυτών πρόκειται, καταστρέφοντας και μουτζουρώνοντας τις πινακίδες στις εθνικές οδούς, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην μπορούμε να βρούμε εύκολα τον προσανατολισμό μας, να προσπαθούμε να μαντέψουμε τα όρια ταχύτητας σε κρίσιμες για την ασφάλεια μας στιγμές, τις απαγορευτικές ή μη σημάνσεις, τα ονόματα των δρόμων.
Μπορώ να τους φανταστώ να γελάνε ανεξέλεγκτα, αφού κατάφεραν να δυσκολέψουν και να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή των ακήρυχτων εχθρών τους, ανάμεσα σ’ αυτούς γονείς, συγγενείς και φίλοι τους. Επειδή, ωστόσο, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, μήπως θα ήταν σκόπιμο να ξεκινήσει ενημέρωση από την νηπιακή ακόμη ηλικία. Μήπως μέσα από ρεαλιστικά παραδείγματα συνειδητοποιήσουν το επικίνδυνο τέτοιων πράξεων.
Ξέρουμε όλοι, πως οποιαδήποτε φθορά στις πινακίδες σήμανσης, διώκεται ως ποινικό αδίκημα, αλλά ξέρουμε επίσης πως οι παραβάτες των νόμων σπανίως διώκονται στην χώρα μας, γι’ αυτό και η τόση ασυδοσία. Μπορούμε ίσως να ελπίσουμε πως η επιβολή αυστηρότατων ποινών σε κάθε επιβουλέα δημόσιας περιουσίας θα σηματοδοτήσει καλύτερες μέρες για όλους μας.