Μέσα από τις ζωές των άλλων

Μέσα από τις ζωές των άλλων

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Το σύνδρομο του πολέμου




Πόλεμος παντού, στα γήπεδα, στους δρόμους, στις ενοχλητικές χώρες. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου της αρχαιότητας, θα πρέπει να τρίβει ευχαριστημένος τα χέρια του. Οι οπαδοί του έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, και ο φανατισμός τους έχει φτάσει στα ύψη. Οι απανταχού ειρηνιστές έχουν καταντήσει αποδιοπομπαίοι τράγοι, διώκονται, χλευάζονται και αποχαιρετούν αυτόν τον μάταιο κόσμο συνήθως κάτω από τις ερπύστριες φονικών τανκς, όπως εκείνη η νεαρή Αμερικανίδα ακτιβίστρια που έχασε παλιότερα την ζωή της, για να υπερασπιστεί το δικαίωμα των Παλαιστινίων για μια δικιά τους πατρίδα, όπου θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι, να αποφασίζουν εκείνοι για τις τύχες τους και να έχουν εντέλει έναν αξιοπρεπή θάνατο. Η θυσία της μας θύμισε εκείνους τους άλλους νέους που με το κορμί τους μόνο όπλο προσπάθησαν τότε να σταματήσουν τ’ άρματα μάχης, στην πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου, τα δικά μας παιδιά εδώ στο Πολυτεχνείο, τον εκπληκτικό Μάη του 68 στο Παρίσι.

Όλα αυτά ίσως σήμερα να φαντάζουν αδιάφορα και παρωχημένα, οι ενδυματολογικές προτάσεις της εποχής, δεν περιλαμβάνουν κλαδιά ελιάς και λευκά περιστέρια, οι επιταγές της μόδας έχουν ξαναγυρίσει στο στυλ μιλιταίρ, τα συνοδευτικά αξεσουάρ πολλά και εντυπωσιακά, βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου, έξυπνες βόμβες, έξυπνα όπλα, μα και στα αρώματα δεν υστερούνε, τα χημικά αέρια έρχονται πρώτα στις προτιμήσεις, οι ειδικοί επιμένουν πως θα φορεθούν πολύ εφέτος, και ο μαιτρ των μαιτρ της παγκόσμιας μόδας πολέμου, διαβεβαιώνει ακόμη και τους πιο δύσπιστους και αναποφάσιστους πως τα δικά του συνολάκια είναι αυτά που θα φορεθούν περισσότερο. Ισχυρίζεται πως το στυλ Gothic είναι αυτό που θα υπερισχύσει όλων των άλλων στυλ και χρωμάτων, γιατί το μαύρο των καμένων κτιρίων, το γκρι του γεμάτου καπνούς ουρανού, το καφέ των απανθρακωμένων πτωμάτων και το κόκκινο του αίματος που ρέει άφθονο είναι αυτά που ταιριάζουν στη φετινή Συριακή-Παλαιστινιακή επίδειξη μόδας του.
 
Γεμάτος έγνοια ο μαιτρ-πλανητάρχης δεν αφήνει απέξω από τις ενδυματολογικές προτάσεις του τα παιδικά ρούχα, λανσάρει μια μόδα που απαιτεί αποστεωμένα σώματα, και προτείνει κουκούλες για να μην φαίνονται τα παραμορφωτικά εξογκώματα που έχουν προκαλέσει τα πολύτιμα αξεσουάρ του. Τα τεράστια μάτια των αθώων παιδιών εκφράζουν με τον πιο απόλυτο τρόπο τον τρόμο τους, για τις ενδυματολογικές προτάσεις του μαιτρ-πλανητάρχη.

Γι’ αυτό ο πόλεμος των γηπέδων, παρόλο που αναλογικά δεν υστερεί σε ένταση μ’ εκείνον της Συρίας, κρίνεται ως απλό πλημμέλημα και οι δράστες αφήνονται την επαύριον ελεύθεροι. Τα κακουργήματα άλλους αφορούν, και οι ποινές που θα επιβληθούν δεν θα αναγνωρίσουν κανένα ελαφρυντικό στους ενόχους.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Ο ενοχλητικός Καρυοθραύστης…


                     
Από τον  καιρό που το metro μπήκε στη ζωή μας οι μετακινήσεις μας έγιναν πιο γρήγορες, πιο εύκολες και η χρήση των ταξί από το επιβατικό κοινό μειώθηκε σημαντικά.  Είμαι ανάμεσα σ’ αυτούς που χρησιμοποιούν συχνά το metro χωρίς, ωστόσο, να έχω αποκλείσει εντελώς από τη ζωή μου τα ταξί.  Οφείλω, ωστόσο, να ομολογήσω πως δεν υπήρξε ποτέ από τα αγαπημένα μου μέσα μεταφοράς.  Η ανάγκη συνύπαρξης με κάποιον άγνωστο σε χώρο περιορισμένο μου δημιουργούσε πάντα την αίσθηση πως θα έπρεπε να κρατώ κάποιους συγκεκριμένους κανόνες καλής συμπεριφοράς στους οποίους συχνά οι οδηγοί των ταξί δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ανταποκριθούν.
   Η ζωή, ωστόσο, είναι γεμάτη εκπλήξεις από εκεί που δεν τις περιμένεις.  Δεν πάνε πολλές μέρες που σταμάτησα ένα ταξί ζητώντας από τον οδηγό του να με μεταφέρει κάπου στο κέντρο της πόλης.  Ήταν ένα παλιό, κακοπαθημένο αυτοκίνητο, που σίγουρα είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες στο παρελθόν, από αυτά που οι ιδιοκτήτες τους προγραμματίζουν ήδη την απόσυρση τους.  Ο οδηγός του ένας, εκ πρώτης όψεως,  συμπαθητικός νεαρός άντρας.
   Μόλις βρέθηκα καθισμένη στα άβολα καθίσματα του αυτοκινήτου, ένιωσα κάτι περίεργο να συμβαίνει γύρω μου.  Ξαφνικά ο θόρυβος και το άγχος των μπλοκαρισμένων δρόμων εξαφανίστηκε.  Την θέση τους είχε πάρει μια τρυφερή αίσθηση γαλήνης που τη δημιουργούσαν οι ήχοι… από τις Σπουδές του Σοπέν.
   Για φαντάσου, ο νεαρός οδηγός του ταξί ακούει Γ’ Πρόγραμμα-σκέφτηκα και ομολογώ πως έμεινα κατάπληκτη.  Μα δε βιάστηκα να βγάλω οριστικά συμπεράσματα.  Το πιθανότερο εντελώς τυχαία η βελόνα του ραδιοφώνου να είχε σταθεί στη συχνότητα του Τρίτου.  Και γιατί άλλωστε να μην ήταν κάπως έτσι-μια τυχαία επιλογή, όπου σε λίγο θα έδινε τη θέση της σε κάποιον άλλο σταθμό, ιδιωτικό αυτή τη φορά που θα μετέδιδε ανακυκλωμένες ειδήσεις ανά μισή ώρα, τραγούδια μιας φτηνής επικαιρότητας και σχολιασμούς που μένουν στην επιφάνεια των γεγονότων, αν δεν ισοπεδώνουν το όποιο απόθεμα πολιτικής σκέψης μπορεί να διαθέτει κάποιος στη σημερινή εποχή μας. 
   Παρέμεινα στη μαγεία του Σοπέν για λίγα ακόμη λεπτά ώσπου μια κίνηση των χεριών του οδηγού έφερε στην καμπίνα του αυτοκινήτου αυτό ακριβώς που φοβόμουνα-το άγχος της πόλης και τη χυδαιότητα της.  Ο Σοπέν αντικαταστάθηκε από τη φωνή κάποιου δημοσιογράφου και οι ήχοι του πιάνου από την περιγραφή του κυκλοφοριακού χάους της πρωτεύουσας.  Η γαλήνη σχιζόταν σε μικρά κομματάκια.  Αλλά τα χέρια του οδηγού κρατούσαν ένα CD (άρα δεν άκουγε το Τρίτο) σκέφτηκα, μα τώρα η μουσική από τον Καρυοθραύστη του Τσαϊκόφσκι ένωνε γλυκά ότι πριν δευτερόλεπτα είχε τεμαχιστεί.
   Ήταν κάτι απίστευτο αυτό που συνέβαινε.  Έκπληκτη για μια ακόμα φορά, έσπευσα ενθουσιασμένη να εκφράσω τον θαυμασμό μου.  «Συγχαρητήρια για τη μουσική που ακούτε!» είπα στον οδηγό καθώς τον πλήρωνα-είχα φτάσει πια στον προορισμό μου.
   Γύρισε και με κοίταξε δειλά μ’ ένα βλέμμα που δεν μπορούσε να κρύψει μια κάποια ενοχή.  «Σας άρεσε…  Ξέρετε φοβόμουν μήπως είχατε δυσαρεστηθεί… Δεν θα με πιστέψετε αλλά οι περισσότεροι πελάτες μου θυμώνουν με τη μουσική που ακούω…»
    Η μπόχα του δρόμου γέμισε τα ρουθούνια μου.  Την ακοή μου σμπαράλιασαν τα φρεναρίσματα…  Ο Καρυοθραύστης είχε γίνει πια παρελθόν.
 Παρόν- μήπως και μέλλον;-οι άνθρωποι που τους ενοχλούν οι ήχοι του Σοπέν και του Τσαϊκόφσκι…

Πόσοι κούκοι φέρνουν την άνοιξη;



Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, λέει ο λαός, κι εγώ αναρωτιέμαι πόσοι κούκοι τελικά φέρνουν την άνοιξη, σε μια γη που αργοπεθαίνει, σε έναν κόσμο που είναι ανίκανος να δει την καταστροφή που ο ίδιος προξενεί στο περιβάλλον του, στα κράτη εκείνα που αρνούνται πεισματικά να υπογράψουν τα ψηφίσματα προστασίας του περιβάλλοντος χωρίς ίχνος έγνοιας για τις ολέθριες συνέπειες τέτοιων πρακτικών.
Στο πολύ κοντινό μας μέλλον δεν θα αναρωτιόμαστε πια για τον αριθμό των κούκων που μπορούν να φέρουν την άνοιξη, γιατί άνοιξη πια δεν θα υπάρχει ούτε και φθινόπωρο, οι παγωνιές του χειμώνα θα διαδέχονται τους καύσωνες του καλοκαιριού, σε μια βασανιστική εναλλαγή που δεν θα μπορεί πια να προσφέρει τη χαρά της αναγέννησης της φύσης, τη συνέχεια του κύκλου της ζωής.
Αυτά τα άκρως μελαγχολικά σκεφτόμουν καθώς έμπαινα όλο και πιο βαθιά στο δάσος σε μια από τις κορφές του Πηλίου. Ευλογημένος τόπος, ευλογημένο βουνό, ευλογημένη φύση. Εκεί ακόμη κελαηδούν τα πουλιά, κελαρύζουν τα νερά και η φύση γιορτάζει αέναα μέσα σε ένα όργιο εναλλαγής χρωμάτων που όμοια τους κανείς ανθρώπινος νους δεν μπόρεσε ποτέ να αντιγράψει.
Και τότε τον άκουσα, μια μοναχική ελπιδοφόρα φωνή μέσα στο δάσος, εκείνον τον κούκο που δεν μπορεί μόνος του να φέρει την άνοιξη. Και έμεινα ακίνητη για να μην τον τρομάξω, για να συνεχίσει να καλωσορίζει έστω και μόνος του κάτι που ίσως και να μην υπάρχει αύριο. Εκεί σ’ αυτό το δάσος η δύναμη της φύσης βγήκε νικήτρια στη μάχη της μ’ εκείνους που την επιβουλεύονται, μ’ εκείνους που την πληγώνουν καθημερινά με μπούσουλα μια κακώς εννοούμενη ανάπτυξη. Οι ανεξέλεγκτες οικοπεδοποιήσεις, τα παραδομένα από ανθρώπινοι χέρι στη φωτιά δάση, τα απόβλητα των πάσης φύσεως εργοστασίων, οι τσιμινιέρες που ξερνούν το θάνατο, οι μολυσμένες τροφές και ένα σωρό άλλα ακόμη που μας κλέβουν την πραγματική ομορφιά της φύσης, της ζωής.
Στη φύση ακόμη και τα αγρίμια αντιδρούν φιλικά στους ανθρώπους κι εκείνοι χαίρονται το συναπάντημα μαζί τους. Οι άνθρωποι της πόλης, εθισμένοι στα καυσαέρια, στους εκκωφαντικούς θορύβους, στο μόνιμο άγχος, στο κυνήγι του χρόνου, στους νόμους της υπερκατανάλωσης, έχουμε ξεχάσει από καιρό πως αλλού είναι η πραγματική ζωή. Ένας περίπατος ακόμη και στην πιο κοντινή εξοχή είναι αρκετός για να μας το θυμίσει. Και ίσως να μας πείσει πως μπορεί να μην είναι ακόμη αργά να σώσουμε το περιβάλλον μας και γιατί όχι και τις ζωές μας.
Γι’ αυτό ας μην αναρωτιόμαστε αν ένας κούκος ή περισσότεροι μπορούν να φέρουν την άνοιξη. Και μόνο που υπάρχουν ακόμη ίσως να είναι ένα μήνυμα ελπίδας για όλους μας.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Περπατώ και σκοντάφτω στα πεζοδρόμια της Αθήνας


                     Περπατώ και σκοντάφτω
                   στα πεζοδρόμια της Αθήνας




Το ότι η διάβαση των πεζοδρομίων, κυρίως στο κέντρο της πόλης, έχει καταντήσει καθημερινός Γολγοθάς για όλους μας, ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει.  Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν να διηγηθούν ιστορίες με σπασίματα χεριών, ποδιών και πάει λέγοντας.  Ακόμη και στις λεγόμενες αριστοκρατικές συνοικίες η κατάσταση δεν είναι καλύτερη, οι σπασμένες πλάκες είναι περισσότερες από τις γερές και ο πεζός θα πρέπει να περπατάει με σκυφτό πάντα το κεφάλι μπας και με αυτόν τον τρόπο σταθεί τυχερός και αποφύγει τα επείγοντας κάποιου νοσοκομείου.  Αλλά και στους δυο βασικούς οδικούς άξονες δηλαδή την Σταδίου και την Πανεπιστημίου με την περίφημη κόκκινη πλακόστρωση, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού οι περισσότερες πλάκες έχουν χαλαρώσει και πηγαίνουν πέρα δώθε όσο ελαφρά και να τις πατήσει κανείς, και να μην αναφέρουμε βέβαια κι αυτές που έχουν σπάσει και το άθλιο θέαμα που παρουσιάζουν.
Αλλά και οι δρόμοι μας δεν πάνε πίσω, γεμάτοι μπαλώματα από τσόντες ασφάλτου ή και κρυφές λακκούβες, είναι μεγάλη δοκιμασία για πεζούς και οδηγούς.  Επειδή πιστεύουμε πως οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια είναι βασικό μέρος της εικόνας μιας μεγαλούπολης, θεωρούμε πως η άμεση επισκευή τους θα πρέπει να μπει στις προτεραιότητες εκείνων που είναι υπεύθυνοι για την σωστή και πολιτισμένη εικόνα που θα πρέπει να παρουσιάζει η πόλη μας, όχι μόνον σε μας τους δύσμοιρους κατοίκους της αλλά και στους ξένους επισκέπτες μας.
Και σαν να μην έφτανε αυτή η άθλια εικόνα πεζοδρομίων και δρόμων έχουμε και τους σύγχρονους νεοέλληνες να παρκάρουν με την άνεση τους πάνω στ’ ανύπαρκτα πλέον για τους πεζούς πεζοδρόμια τα αυτοκίνητα τους, και μάλιστα κεντρικές αρτηρίες να έχουν μετατραπεί σε ελεύθερο parking, ώστε οι πεζοί να κινδυνεύουν συνέχεια από τα διερχόμενα αυτοκίνητα αφού εξαναγκάζονται να κατεβαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι στο δρόμο για να συνεχίσουν την πορεία τους σε πολυσύχναστες λεωφόρους με τα αυτοκίνητα να τους απειλούν κάθε στιγμή και με το αγωνιώδες ερώτημα, αν θα προλάβουν να ανεβούν ξανά στο πεζοδρόμιο ή θα τους προλάβει στην προσπάθεια κάποιο αυτοκίνητο.
Η κυκλοφοριακή αγωγή θα πρέπει να ξεκινάει στα σχολεία ως κύριο μάθημα, και μάλιστα από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, μόνο με αυτόν τον τρόπο θα φτιάξουμε αυριανούς συνειδητοποιημένους πολίτες που θα σέβονται εαυτούς και αλλήλους και βέβαια την πόλη στην οποία ζουν και κυκλοφορούν.  Θέλουμε να καμαρώνουμε και όχι να ντρεπόμαστε γι’ αυτήν την πόλη.   Να περπατάμε στα πεζοδρόμια με το κεφάλι ψηλά και όχι σκυφτοί σαν σκλάβοι της αρχαιότητας ή σαν πένητες που ψάχνουν για κάποια παραπεταμένη δεκάρα.  
Θέλουμε να είμαστε όχι μόνο στα χαρτιά αλλά και στην ουσία ευρωπαίοι πολίτες που δεν θα έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τους ευρωπαίους εταίρους μας.                 
       

Κάποιος, κάποτε θα πρέπει να τους μιλήσει…

Κάποιος, κάποτε θα πρέπει να τους μιλήσει…


Αναρωτιέμαι αν το φαινόμενο των graffiti είναι τελικά καλλιτεχνική έκφραση ή σύμπτωμα μιας παρακμιακής κοινωνίας. Δύσκολο να καταλήξει κανείς σε ασφαλές συμπέρασμα, γιατί υπάρχουν όντως graffiti που μπορούν να θεωρηθούν καλλιτεχνικές εκφράσεις αφού δίνουν χρώμα σε γκρίζους τοίχους και μισογκρεμισμένες μάντρες, εκεί το σπρέι δεν μουτζουρώνει, δεν ασχημονεί με κακόγουστα συνθήματα ή τετριμμένα τσιτάτα, αντίθετα ομορφαίνει την ούτως ή άλλως άσχημη στο μεγαλύτερο μέρος της πόλη μας.
Σ’ αυτά τα graffiti πιστεύω πως κανείς μας δεν θα έχει αντίρρηση. Όμως υπάρχουν και κάποια άλλα, θα προτιμούσα να μην ονομάσω graffiti τις διάφορες ανοησίες που ασχημίζουν τους τοίχους ακόμη και φρεσκοβαμμένων νεοκλασικών. Τα κοινότυπα άνευ ουσιαστικού περιεχομένου συνθήματα τους, τις περισσότερες φορές μάλλον δυσνόητα ακόμη και για τους κατέχοντες, μου θυμίζουν τα σκυλιά που θέλοντας να οριοθετήσουν την περιοχή τους, φροντίζουν από στύλο σε στύλο να αφήσουν τα μυρωδάτα ίχνη τους για να προειδοποιήσουν κάθε πιθανό εισβολέα, πως είναι εκείνοι κύριοι και αφέντες του χώρου δράσης τους.
Κάποιος, κάποτε θα πρέπει να τους μιλήσει, να τους πει πως ουδόλως μας ενδιαφέρουν οι αερολογίες τους, πως τα μάτια μας κουράστηκαν από την ασκήμια, πως προτιμάμε το ωραίο από το άσχημο που εκείνοι μας επιβάλουν. Πως η καταστροφική διάθεση τους δεν συνάδει ούτε με το νεαρό της ηλικίας τους και πως η ξένη ιδιοκτησία παραμένει ξένη και λαβωμένη και μετά την επέλαση τους.
Όμως δεν θα είχε ίσως λόγο ύπαρξης το σημερινό σημείωμα μου, αν…αν τα πράγματα δεν είχαν ξεφύγει πια σε σημείο επικίνδυνο για την ασφάλεια ή την ενημέρωση μας. Και για να γίνω περισσότερο σαφής. Αφού λέρωσαν όσους τοίχους νεοκλασικών είχαν μείνει ανέγγιχτοι από την μανία τους, έβαλαν τώρα χέρι και στις πινακίδες των δρόμων, με απίστευτη βαρβαρότητα και προκλητικότητα οι πάσης φύσεως ανεγκέφαλοι, γιατί περί αυτών πρόκειται, καταστρέφοντας και μουτζουρώνοντας τις πινακίδες στις εθνικές οδούς, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην μπορούμε να βρούμε εύκολα τον προσανατολισμό μας, να προσπαθούμε να μαντέψουμε τα όρια ταχύτητας σε κρίσιμες για την ασφάλεια μας στιγμές, τις απαγορευτικές ή μη σημάνσεις, τα ονόματα των δρόμων.
Μπορώ να τους φανταστώ να γελάνε ανεξέλεγκτα, αφού κατάφεραν να δυσκολέψουν και να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή των ακήρυχτων εχθρών τους, ανάμεσα σ’ αυτούς γονείς, συγγενείς και φίλοι τους. Επειδή, ωστόσο, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, μήπως θα ήταν σκόπιμο να ξεκινήσει ενημέρωση από την νηπιακή ακόμη ηλικία. Μήπως μέσα από ρεαλιστικά παραδείγματα συνειδητοποιήσουν το επικίνδυνο τέτοιων πράξεων.
Ξέρουμε όλοι, πως οποιαδήποτε φθορά στις πινακίδες σήμανσης, διώκεται ως ποινικό αδίκημα, αλλά ξέρουμε επίσης πως οι παραβάτες των νόμων σπανίως διώκονται στην χώρα μας, γι’ αυτό και η τόση ασυδοσία. Μπορούμε ίσως να ελπίσουμε πως η επιβολή αυστηρότατων ποινών σε κάθε επιβουλέα δημόσιας περιουσίας θα σηματοδοτήσει καλύτερες μέρες για όλους μας.

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

«Ίσως η λογοτεχνία να γίνει κάποτε το μέσο που θα μας αλλάξει ως άτομα»

 Η Κώστια Κοντολέων συνομιλεί με την Τέσυ Μπάιλα στο Literature.gr




Η Κώστια Κοντολέων μάς έκανε την τιμή να φωτογραφηθεί για το Literature.gr, αρχές της άνοιξης, 2017, με αφορμή το τελευταίο της μυθιστόρημα «Μέσα απ’ τις Ζωές των Άλλων» (Εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2016). Συγγραφέας με έξι λογοτεχνικά βιβλία στο ενεργητικό της και μεταφράστρια περισσοτέρων από εκατό τίτλων, μας υποδέχτηκε στην οικία της και πέρα από την αισθητική απόλαυση συνειδητοποιήσαμε, ακόμη μια φορά, ότι η τέχνη μάς προσφέρει μια ανεκτίμητη παρηγοριά. Η Κώστια Κοντολέων περιτριγυρίζεται από εκλεκτά δημιουργήματα, τα δικά της βιβλία και τις μεταφράσεις της – έχει μεταφράσει Τζ. Μιντ Φόκνερ, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Φιλιπ Κερ, Τόμας Σάβας, Φίλιπ Πουλμαν, Λίνκολν Πιρς και άλλους, και επίσης βιβλία, τα οποία δεν τα έχει γράψει εκείνη αλλά τα νιώθει και δικά της, καθότι είναι φανατική αναγνώστρια μεγάλων συγγραφέων. Επίσης απολαμβάνει την αγάπη εκλεκτών συνοδοιπόρων στην ζωή. Από τον σύζυγο της κ. Μάνο Κοντολέων (βραβευμένο πεζογράφο, διηγηματογράφο και κριτικό λογοτεχνίας) και από τα δύο της παιδιά, την Άννα και τον Δομήνικο, οι οποίοι υπογράφουν την δική τους πορεία στην τέχνη. Στην συνέντευξη παραδέχτηκε την αδυναμία της στα διηγήματα της «Σιγανά Σιγανά Πατώ τη Γη», (Εκδ. Έναστρον 2013), στα οποία τόσο η πυκνότητα όσο και η ελλειπτική και υπαινικτική της γραφή αποπλανούν τον αναγνώστη σε μια ψυχική ένταση παραμυθίας. Πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων, πρωτότυπης πένας, που αποκαλύπτει τις τεράστιες λογοτεχνικές δυνατότητες της συγγραφέα. Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, αν δεν είχε αφοσιωθεί στην μεταφραστική της πορεία, πόσα άλλα συγγραφικά έργα θα είχε καταθέσει, για τα οποία, ας μου επιτραπεί μια προσωπική διαπίστωση, η γραφή της Κώστιας Κοντολέων συγγενεύει με του μεγάλου μας λογοτέχνη, Σωτήρη Δημητρίου τόσο σε φωτεινότητα όσο και σε διαύγεια. Μοναδικές αρετές, οι οποίες απαντώνται σε θαυμάσια έργα. Ντίνα Σαρακηνού,  Μάρτιος 2017   




 Κα. Κοντολέων, μεταφράστρια ή συγγραφέας; Ποια ιδιότητά σας νιώθετε να σας προσδιορίζει περισσότερο ή μήπως είναι και οι δύο αυτές ιδιότητες αλληλένδετα συνδεδεμένες με το πνευματικό σας έργο; 

Πιστεύω πως συγγραφή και μετάφραση μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο άτομο, χωρίς η μια να ακυρώνει την άλλη.  Αντίθετα θα έλεγα πως αλληλοσυμπληρώνονται.   Μέσα από τη δική σας δουλειά, βραβευμένη πολλές φορές, έχετε συστήσει πολλούς και πολύ σημαντικούς συγγραφείς στο ελληνικό κοινό. Ποια είναι η ευθύνη του μεταφραστή απέναντι στον συγγραφέα που μεταφράζει; Η μετάφραση ενός κειμένου και κυρίως ενός λογοτεχνικού κειμένου χρίζει ιδιαίτερης προσοχής αφού είναι ο κυρίαρχος τρόπος μετάδοσης πληροφοριών σε λαούς που χρησιμοποιούν διαφορετικές γλώσσες.  Είναι ο ενδιάμεσος που καταρρίπτει το εμπόδιο της διαφορετικής γλώσσας ανάμεσα στους λαούς. Χωρίς την βοήθεια της μετάφρασης αριστουργηματικά κείμενα μη διαδεδομένων γλωσσών θα έμεναν νεκρό γράμμα, για τους υπόλοιπους λαούς.  Ο μεταφραστής οφείλει να γνωρίζει πολύ καλά τις γλώσσες από και προς τις οποίες μεταφράζει,  να έχει γενική παιδεία σε άριστο βαθμό και οπωσδήποτε συνεχή ενημέρωση στο αντικείμενο της δουλειάς του. Κώστια Κοντολέων / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη   Είναι η μετάφραση μια απλή μεταφορά ενός κειμένου ή μια δημιουργία εκ νέου που στοχεύει να βρει και να αναδείξει όλες τις πραγματολογικές, υφολογικές και νοηματικές προεκτάσεις ενός συγγραφέα στη δική του γλώσσα; Η μετάφραση είναι στην πραγματικότητα ένα αντικείμενο με πολλές όψεις και προεκτάσεις.  Ο τελικός στόχος μιας μετάφρασης είναι να μεταφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την μαγεία του πρωτοτύπου σε όσους δεν έχουν την δυνατότητα να το απολαύσουν στην πηγή του. Δηλαδή στην γλώσσα του πρωτοτύπου του. Η μετάφραση ενός κειμένου δεν βασίζεται μόνο στην καλή γνώση του συντακτικού και του ύφους, αλλά και στην ενδελεχή γνώση των ιδιωματισμών της εκάστοτε γλώσσας. Ο μεταφραστής είναι την ουσία εκείνος που αναλαμβάνει να γίνει ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό και στον συγγραφέα που μεταφράζει.





Με ποιους τρόπους η μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων προσεγγίζει το ξένο κείμενο, για να το αποδώσει στο μετάφρασμα της; 

Εγώ προσωπικά από το πρώτο κιόλας βιβλίο που μετέφρασα ένιωσα την μετάφραση να εξασκεί μια δυναμική πρωτόγνωρη πάνω μου, να κυκλοφορεί στις φλέβες μου εθιστικά σαν πανίσχυρο ναρκωτικό που απαιτούσε το απόλυτο δόσιμο μου.  Όπου ο χώρος και ο χρόνος αποκτούσαν άλλες διαστάσεις και που τίποτα δεν μπορούσε να παρεμβληθεί ανάμεσα σ’ εμένα και το κείμενο προς μετάφραση γιατί πολύ απλά γρήγορα δημιουργούσα ασυναίσθητα ένα κουκούλι απομόνωσης γύρω μου. Και αυτή η σχέση δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει! Μεταφράζω ιδιότυπα και αφού συνάμα είμαι και συγγραφέας είναι αναπόφευκτο να υπάρχει η παρουσία της λογοτεχνίας σε κάθε μου μετάφραση. Κώστια Κοντολέων / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη   Μιλήστε μας λίγο για το συγγραφικό σας έργο. Υπάρχει κάποιο βιβλίο σας που ξεχωρίζετε ιδιαίτερα; Έχω γράψει έξι λογοτεχνικά βιβλία. Τέσσερα μυθιστορήματα, μια συλλογή διηγημάτων και ένα εφηβικό μυθιστόρημα. Είναι όλα τους παιδιά μου και τ’ αγαπώ ιδιαίτερα, αλλά αν θα πρέπει οπωσδήποτε να ξεχωρίσω ένα, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την συλλογή διηγημάτων μου, ‘‘Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη’’.  Κατέχει ξεχωριστή θέση στο συγγραφικό έργο μου μα και στην καρδιά μου.    


.    Εμφανιστήκατε στο λογοτεχνικό χώρο αρχικά με ψευδώνυμο. Θέλετε να μας μιλήσετε για την απόφασή σας αυτή; 

Ξέρετε όταν έκανα την πρώτη μου συγγραφική προσπάθεια ο σύζυγος μου, Μάνος Κοντολέων, ήταν ήδη γνωστός συγγραφέας. Ήθελα, λοιπόν, να περάσω το τεστ χωρίς βοήθεια, να δω αν άξιζε το κείμενο μου, το κείμενο μιας άγνωστης, γιατί έτσι δόθηκε στον εκδοτικό οίκο που είχα επιλέξει, και να αποφύγω τον σκόπελο που ήταν σίγουρο πως θα έπεφτα πάνω του αφού θα με θεωρούσαν ψώνιο και πως είχα ζηλέψει την δόξα του άντρα μου.  Παρόλο που το πρώτο μου βιβλίο πήρε ενθουσιώδεις κριτικές κράτησα την ανωνυμία μου και στο επόμενο. Θα την κρατούσα και στο τρίτο αν ο εκδότης δεν πατούσε πόδι να μπει το πραγματικό μου όνομα. Όλο το προηγούμενο διάστημα ήμουν η γνωστή μεταφράστρια «Κώστια Κοντολέων» και η συγγραφέας φάντασμα «Άννα Δομηνίκου».  Έπρεπε κάποια στιγμή αφού είχα περάσει επιτυχώς τις εξετάσεις να βάλω μια ισορροπία στις δυο μου ιδιότητες. 





Το «Μέσα απ’ τις ζωές των άλλων» είναι μια οικογενειακή σάγκα  για την πορεία της χώρας μέσα στον ταραγμένο εικοστό αιώνα και για τον  τρόπο με το οποίο η πορεία αυτή διαμόρφωσε την τύχη και τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Και παράλληλα μια καταγγελία για τη ζωή που χάνεται μέσα στις ζωές των άλλων ανθρώπων που καθορίζουν τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές μας. Μιλήστε μας για το βιβλίο σας αυτό. Πώς καθορίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις όταν οι ζωές των ανθρώπων εμπλέκονται ασφυκτικά; Είναι όντως η καταγραφή των τεράστιων κοινωνικών αλλαγών που συντελέστηκαν σ’ αυτά τα εκατό χρόνια, αλλαγών που ακολούθησαν δυο παγκόσμιους πολέμους, εμφύλιες διαμάχες, πολιτικές αναταραχές. 

Οι τέσσερεις βασικές ηρωίδες μου, ζουν σ’ έναν αέναο χορό επικράτησης ανάμεσα τους.  Μοιάζουν να χορεύουν πιασμένες χέρι-χέρι όμως αυτά τα χέρια θα γίνουν τελικά μέγγενη που θα τις οδηγήσει σε θανάσιμο εναγκαλισμό, όπου η ανάγκη επικράτησης της μιας στην άλλη θα δοκιμάσει συνειδήσεις, συναισθήματα, θα φτάσει, εντέλει, ως την αποδόμηση όσων επενδύουν στην δύναμη του κοινού αίματος που συνδέει τάχα τα μέλη κάθε οικογένειας.  Θα καταφέρει άραγε κάποια από τις τέσσερεις να βγει αλώβητη από αυτόν τον χορό της επικράτησης και να μπει σ’ έναν άλλο χορό αυτόν της απελευθέρωσης, με άλλους χορευτές;  Τα δυο περίπου χρόνια που ζούσα δίπλα σ’ αυτές τις γυναίκες, προσπαθούσα να καταλάβω το παρελθόν τους και να υποψιαστώ το μέλλον τους. 




Έχετε υπάρξει υπεύθυνη στο ένθετο μεγάλης εφημερίδας για το βιβλίο για τέσσερα χρόνια. Δύσκολη ή γοητευτική η ενασχόληση σας αυτή; Πόσο χρόνο απαιτούσε μια τέτοια υπευθυνότητα και μάλιστα από μια γυναίκα που παράλληλα ήταν μητέρα, σύζυγος, μεταφράστρια, συγγραφέας;   

Ήταν πέντε, τελικά, εκείνα τα χρόνια. Δύσκολα λόγω φόρτου εργασίας αλλά και παράλληλα γοητευτικά γιατί ανακάλυπτα βιβλία πραγματικά μικρά ή μεγάλα διαμαντάκια που αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητα γιατί δεν ήταν στον τομέα ενδιαφέροντος των κριτικών που ασχολούνταν με συγκεκριμένα βιβλία και εκδοτικούς οίκους.  Έδωσα την ευκαιρία σ’ αυτούς τους συγγραφείς να ακουστούν τα βιβλία τους και να γίνουν γνωστά στο αναγνωστικό κοινό. Ήταν επίπονο όμως γιατί κάθε Κυριακή παρουσίαζα αναλυτικά τουλάχιστον δεκαπέντε βιβλία, έπαιρνα συνεντεύξεις από συγγραφείς, έγραφα ένα χρονογράφημα και παρουσίαζα ποιοτικά μουσικά σύνολα και συνθέσεις.  Όμως όπως λέτε ήμουν παράλληλα και μητέρα και σύζυγος και όλα τα άλλα…που αναφέρετε κι έτσι αναγκάστηκα να το σταματήσω, δύσκολη απόφαση πραγματικά αλλά αναγκαία.   


Πιστεύετε ότι οι Έλληνες, ιδιαίτερα σήμερα, διαβάζουν λογοτεχνία; 

Νομίζω πως το μεγαλύτερο ποσοστό δεν διαβάζει ούτε καν στην διαδρομή σε κάποιο από τα μέσα μαζικών μεταφορών, προτιμάει να μιλάει στο κινητό του ή να χαζεύει απλανώς έξω από το παράθυρο. Ωστόσο, υπάρχει ένα ποσοστό αρκετά ικανοποιητικό και απαιτητικό που διαβάζει και μάλιστα σοβαρή λογοτεχνία. Ας μην απελπιζόμαστε, λοιπόν, ίσως κάτι τελικά αλλάξει.  Ίσως η λογοτεχνία να γίνει κάποτε το μέσο που θα μας αλλάξει ως άτομα και ως σκεπτόμενους πολίτες.


Ποια είναι η γνώμη σας για το ηλεκτρονικό βιβλίο; 

Δεν αλλάζω το παραδοσιακό βιβλίο με τίποτα. Θέλω την μυρωδιά του, της αίσθηση της αφής του στα χέρια μου, να το αγκαλιάζω και να βυθίζομαι μέσα του. Το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι ένα ψυχρό μηχάνημα που δεν διευκολύνει την ερωτική ατμόσφαιρα που μόνο το χάρτινο βιβλίο μπορεί να δημιουργήσει στον αναγνώστη του.

Read more at: http://www.literature.gr/
Φωτογραφίες Βάσω Μαραγκουδάκη   

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

«Εθνικός Κήρυκας» (Νέας Υόρκης)




Κώστια Κοντολέων στον «Εθνικό Κήρυκα»: «Η Ιστορία είναι ο μαέστρος στην ορχήστρα της ζωής»


Της Μαρίας Παπανικολάου.

Από τα πιο σημαντικά στη ζωή μας είναι να μιλάμε ή να εκφραζόμαστε όταν πραγματικά έχουμε κάτι να πούμε ή να δείξουμε. Δυστυχώς όμως γύρω μας υπάρχει πολύ «δήθεν» και πολύ… κουβέντα για το τίποτα. Ευτυχώς όμως υπάρχουν επιφανείς άνθρωποι που ξέρουν πότε να το… ανοίγουν και τι να λένε ή τι να γράφουν, όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός.

Οπως η κυρία Κώστια Κοντολέων που αισθάνθηκε ότι έχει «κάτι ουσιαστικά να πει» και… γέννησε το «Μέσα από τις ζωές των άλλων». Ενα έργο «μιλάει για τους ανθρώπους που υπέστησαν τόσα δεινά, για τις ζωές τους που καταστράφηκαν, που ενώ δεν προξένησαν εκείνοι τα ιστορικά γεγονότα τα βίωσαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα στο πετσί τους. Για έναν ολάκερο κόσμο που πίστευε σ’ ένα καλύτερο αύριο που για κάποιους ίσως να μην ήρθε ποτέ!».

Ουσιαστικά η κ. Κοντολέων αναφέρεται στις ζωές των ανθρώπων του 20ού αιώνα που όμως εύκολα θα μπορούσαμε να τους αναγνωρίσουμε και σήμερα, γιατί ήταν άνθρωποι καθημερινοί, της διπλανής πόρτας και άνθρωποι που και σήμερα περνούν ένα ίδιο ή παρόμοιο Γολγοθά.

Κι επειδή στα «πιστεύω» της είναι πως «αν δεν ξέρουμε το παρελθόν μας δεν θα μπορέσουμε να χτίσουμε το μέλλον μας», γι’ αυτό δίνει το σύνθημα «να αναμετρηθούμε και με την μοίρα και με την κοινωνία, γιατί μόνον έτσι θα καταφέρουμε, ίσως, να επιβιώσουμε». Αλλωστε, όπως τονίζει η κυρία Κοντολέων «η Ιστορία σαν μαέστρος κουνά την μπαγκέτα στην ορχήστρα της και δίνει τον ρυθμό στις ζωές μας».

Παρατηρητής των γύρω μου

Κυρία Κοντολέων αποκαλύψτε μας πώς… άνθισε η ιδέα για το βιβλίο σας, «Μέσα από τις ζωές των άλλων»;

«Από μικρό παιδί παρατηρούσα τον κόσμο γύρω μου. Εβλεπα πράγματα που οι περισσότεροι δεν έβλεπαν, όχι γιατί ήταν αόρατα ή γιατί εγώ είχα υπερφυσικές ικανότητες. Εφταιγε η εμμονή μου στις λεπτομέρειες και σαν… σφουγγάρι ρουφούσα τα πάντα κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, το σφουγγάρι στραγγίστηκε κι έγινε η τελική επιλογή που κι αυτή με την σειρά της οδήγησε στην καταγραφή ενός ολάκερου αιώνα, του 20ού, που τον βάραιναν δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ένας Εμφύλιος για την χώρα μας και αναταραχές σε όλα τα πλάτη και μήκη της Γης. Ηθελα να μιλήσω για τους ανθρώπους που υπέστησαν τόσα δεινά, για τις ζωές τους που καταστράφηκαν, που ενώ δεν προξένησαν εκείνοι τα ιστορικά γεγονότα τα βίωσαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα στο πετσί τους. Γι’ αυτούς έγραψα, τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας τόσο εύκολα αναγνωρίσιμους ακόμη και σήμερα. Γι’ αυτούς έγραψα που πάλεψαν με νύχια και με δόντια για να σταθούν στα πόδια τους μέσα από αντίξοες συνθήκες, για τις αυλές όπου συνωστίζονταν η απογοήτευση και τα όνειρα. Για έναν ολάκερο κόσμο που πίστευε σ’ ένα καλύτερο αύριο που για κάποιους ίσως να μην ήρθε ποτέ!».



Από το «Φεύγω» μέχρι το «Μέσα από τις ζωές των άλλων», μεσολάβησαν πέντε χρόνια. Μεγάλο «διάλειμμα» έτσι;

«Ξέρετε, γράφω όταν έχω κάτι ουσιαστικό να πω. Στο ‘Φεύγω’ ήθελα να μιλήσω για την καταπίεση στις σχέσεις των ανθρώπων, για την ανάγκη τους κάποτε για φυγή, για τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν και για τον λάθος δρόμο εξόδου που περιορίζει την όποια διαφυγή από τα προβλήματα, την πίστη σε ψευδεπίγραφες λύσεις που δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση απόδραση. Πέρασαν πέντε χρόνια όπως πολύ σωστά επισημαίνετε μέχρι την γέννηση ενός καινούργιου πονήματος εκ μέρους μου. Ηταν μια επώδυνη περίοδος για μένα, ήθελα να μην εμπλακώ ούτε με τους ήρωές μου, ούτε με τα ιστορικά γεγονότα, να παραμείνω ένας αντικειμενικός και αξιόπιστος παρατηρητής και πιστέψτε με δεν μου ήταν τόσο εύκολο. Εγώ είμαι παιδί μεταπολεμικό, όμως τα απόνερα όσων τρομακτικών συνέβησαν στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα έφτασαν ώς εμένα, βίωνα τα πάθη, τις απογοητεύσεις και τις ελπίδες ενός λαού που ήθελε να επιβιώσει, να προχωρήσει τη ζωή του, να δει καλύτερες μέρες. Το επόμενο βιβλίο μου θα γεννηθεί όταν και πάλι θα έχω κάτι ουσιαστικό να πω!!!».


«Hθελα να μιλήσω για τους ανθρώπους που υπέστησαν τόσα δεινά, για τις ζωές τους που καταστράφηκαν, που ενώ δεν προξένησαν εκείνοι τα ιστορικά γεγονότα τα βίωσαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα στο πετσί τους».
Λογική και έρωτας

Δυστυχώς ο έρωτας είναι τυφλός. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή των πρωταγωνιστών σας αν η λογική και το συναίσθημα συμπορεύονταν;

«Ναι ο έρωτας είναι τυφλός, μήπως τυφλή δεν είναι και η μοίρα των ανθρώπων, μήπως η συμμετοχή της στις ζωές μας είναι εντέλει όχι μόνον καθοριστική αλλά και καταλυτική; Φυσικά κι εμείς οι ίδιοι έχουμε τις ευθύνες μας, όταν βλέπουμε τον γκρεμό μπροστά μας μπορούμε ακόμη και την ύστατη στιγμή να λοξοδρομήσουμε από αυτόν και να σωθούμε. Αλλά η κοινωνία μας είναι γεμάτη από τέτοιες λάθος κινήσεις και εκτιμήσεις, και ναι οι ηρωίδες μου αφέθηκαν πράγματι να παρασυρθούν από τις δίνες που τις απειλούσαν. Αλλά αν αντιστέκονταν δεν θα ήταν οι ηρωίδες του ‘Μέσα από τις ζωές των άλλων’, θα ήταν ηρωίδες σε ένα άλλο μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε ακόμα».

Μέσα από το βιβλίο σας παρουσιάσατε πολλά ιστορικά, κοινωνικά αλλά και πολιτικά γεγονότα. Παίζει σημαντικό ρόλο στην πορεία της ζωής μας η Ιστορία, η κοινωνία και η πολιτική;

«Νομίζω πως είναι καθοριστικές. Η Ιστορία σαν μαέστρος κουνά την μπαγκέτα στην ορχήστρα της και δίνει τον ρυθμό στις ζωές μας, άλλοτε χαμηλότονα κι άλλοτε σε υπερβολικά κρεσέντο, οι πολιτικοί είναι οι μουσικοί που ακολουθούν τις οδηγίες του εκάστοτε μαέστρου με θρησκευτική ευλάβεια αλλά και με πολλά φάλτσα που στερούν την μουσική σύνθεση από την αυθεντικότητά της, κι εδώ έρχεται το μουσικόφιλο κοινό, η κοινωνία εντέλει, στο χέρι της είναι αν θα σηκωθεί να φύγει από την συναυλία διαμαρτυρόμενη ή θα παραμείνει αγνοώντας τα φάλτσα για να χειροκροτήσει και να επιβραβεύσει τους μέτριους έως και ατάλαντους μουσικούς της ορχήστρας».

Οι πρωταγωνίστριές σας έζησαν «σκληρή» ζωή. Ηταν κάτι που θα θέλατε να αλλάξετε; Αν το ξαναγράφατε θα δίνατε διαφορετική τροπή;

«Οι πρωταγωνίστριές μου έζησαν όντως ‘σκληρή ζωή’ όμως ήταν οι ίδιες οι εποχές, το ίδιο σκληρές και απάνθρωπες. Ρίχτηκαν σε αρένες γεμάτες άγρια θηρία και έπρεπε να καταφέρουν το ακατόρθωτο, να επιβιώσουν και να βγουν με όσο το δυνατόν λιγότερα τραύματα από αυτές. Οχι, αν το ξαναέγραφα το συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν θα άλλαζα τίποτα, γιατί θα ήταν σαν να μην περιέγραφα τον 20ό αιώνα αλλά μια ειδυλλιακή περίοδο της Ιστορίας, δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ μια τέτοια, νομίζω πως όχι, που οι άνθρωποι είχαν το πάνω χέρι στις ζωές τους δημιουργώντας ιδανικές κοινωνίες και ευτυχισμένους ανθρώπους. Ο 20ός αιώνας πάντως δεν ανήκε σ’ αυτές!».

Αναμέτρηση με τη μοίρα

Το βιβλίο σας εξιστορεί τα γεγονότα δείχνοντας όμως τις συνέπειες που είχαν στις ζωές των ανθρώπων. Πιστεύετε ότι είμαστε έρμαια της μοίρας μας και της κοινωνίας μας;

«Ναι το πιστεύω. Αλλά όπως είπα σε μια προηγούμενη απάντησή μου, μπορούμε και πρέπει να αναμετρηθούμε και με την μοίρα και με την κοινωνία, μόνον έτσι θα καταφέρουμε ίσως να επιβιώσουμε».

Η ζήλια ανάμεσα στις αδερφές είναι καταστροφική και ψυχοφθόρα. Η ζήλια θα περίμενε κανείς ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει στο ίδιο αίμα. Μήπως τελικά, αυτό το «είδος» ζήλιας είναι και το πιο επικίνδυνο;

«Η ζήλια που υπήρχε ανάμεσα στις αδερφές Φωτεινή και Δέσπω ήταν καταστροφική, ψυχοφθόρα, αλλά όχι μοιραία. Η ζήλια θα περίμενε κανείς ότι δεν θα μπορούσε να ενυπάρχει σε άτομα του ιδίου αίματος, της ίδιας οικογένειας. Σίγουρα αυτό το ‘είδος’ ζήλιας είναι το πιο επικίνδυνο. Γιατί γίνεται η αιτία να δοκιμαστούν συνειδήσεις, συναισθήματα και να φτάσουν στην αποδόμηση του κοινού αίματος που συνδέει τάχα τα μέλη κάθε οικογένειας και εδώ μπαίνει πλέον η κοινωνία με τα όποια ταμπού και αγκυλώσεις και τα όρια ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα γίνονται δυσδιάκριτα».





Η Πέτρα παρά τα δύσκολα παιδικά της χρόνια -που μόνο παιδικά δεν θα μπορούσε κάποιος να τα χαρακτηρίσει- κατάφερε κατά την πορεία της ενηλικίωσής της να ξεφύγει από τις ζωές των άλλων. Τελικά τι εστί η Πέτρα; Μήπως καθρεφτίζει την Ελλάδα μας, που κατάφερε, τελικά, να σταθεί στα πόδια της στην Μεταπολίτευση; Ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτή την περίοδο; Αν ναι βάλτε μας στο… κλίμα.

«Η Πέτρα είναι ο καινούργιος αιώνας, ο εικοστός πρώτος, που αφήνει πίσω του τον εικοστό με όσα καταστροφικά κουβάλησε στην πορεία των εκατό χρόνων του. Πολέμους, κοινωνικές και οικογενειακές αγκυλώσεις, απαγορεύσεις, και κάθε είδους πιέσεις και εξαρτήσεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας. Η Πέτρα κατόρθωσε να σπάσει τελικά αυτό που συνέβαινε και που ίσως ακόμη σε λιγότερο βαθμό να συμβαίνει ακόμη και σήμερα, την εμπλοκή της δικής της ζωής στις ‘Ζωές των άλλων’ στα θέλω και τα πρέπει τους και να ζήσει ελεύθερη όπως εκείνη ήθελε σ’ έναν κόσμο που τα πάντα άλλαζαν και οι κοινωνικές προκαταλήψεις αποδυναμώνονταν. Οπως έχω ήδη αναφέρει, η γονιμοποίηση ενός καινούργιου μυθιστορήματος δεν έχει ακόμη συντελεστεί, ωστόσο μέσα μου κονταροχτυπιούνται ιδέες και σκέψεις. Ποια θα νικήσει δεν το ξέρω. Αλλά θα το μάθω όταν θα γίνει από την πλήρη κατάληψή της στη ζωή μου!».

Πέρα από τη συγγραφή βιβλίων έχετε υπάρξει και μεταφράστρια. Ποιο από τα βιβλία που έχετε μεταφράσει σας έχει κερδίσει και για ποιο λόγο;

«Αγαπώ το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων που έχω μεταφράσει, αλλά εκείνο που με στιγμάτισε ήταν η ‘Τριλογία του Κόσμου’, του Φίλιπ Πούλμαν. Ενα από τα πιο συναρπαστικά βιβλία ως προς το θέμα του, τις ιδέες του και την γλώσσα του, γραμμένο από έναν σημαντικότατο και πολυβραβευμένο συγγραφέα».

Εκ φύσεως αισιόδοξη

Δυστυχώς η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Πώς βλέπετε την κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα και οι Ελληνες;

«Η παγκόσμια Ιστορία είναι γεμάτη σκοτεινές περιόδους και η Ιστορία της Ελλάδας γεμάτη αναταραχές και δύσκολες καταστάσεις. Αλλά επειδή είμαι από την φύση μου αισιόδοξο άτομο, γιατί έτσι μόνο μπορώ να επιβιώσω, θέλω να πιστεύω πως το σκοτάδι ακολουθεί πάντα το φως, και σ’ αυτό προσβλέπω εγώ».

Η Ομογένεια έχει μια λατρεία στην Ελλάδα αλλά και στις μνήμες του παρελθόντος. Θεωρείτε ότι γνωρίζοντας το παρελθόν χτίζουμε το μέλλον μας;

«Πιστεύω πως οι ρίζες των ανθρώπων όπου κι αν βρουν εύφορο έδαφος να φυτρώσουν θα κουβαλάνε μέσα τους εκείνη την αρχική ρίζα από την οποία ξεκίνησαν όλα. Γι’ αυτό η γνώση του παρελθόντος κάθε λαού είναι καταλυτική για την μετέπειτα πορεία του. Αν δεν ξέρουμε το παρελθόν μας δεν θα μπορέσουμε να χτίσουμε το μέλλον μας, όπως πολύ σωστά λέτε.

Και τέλος, η γλώσσα και η γραφή μας είναι η μεγάλη ευθύνη που κουβαλάμε εμείς οι Ελληνες και η καλύτερη προίκα για τα παιδιά μας; Τι θα συμβουλεύατε τους ομογενείς μας σ’ αυτό το θέμα;

«Να κρατήσουν την γλώσσα και την γραφή της πατρίδας τους, και να είναι περήφανοι και για τις δυο. Με όλα τα ελαττώματα και τα λάθη μας οι Ελληνες κουβαλάμε μια μοναδική Ιστορία και μια γλώσσα που δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει, γιατί είναι αυτή που γέννησε έναν πολιτισμό που πάνω του στηρίχτηκαν άλλοι αργότερα».

Ευχαριστώ για την φιλοξενία.